HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← νοσώ — definition

Conjugation of νοσώ

Regular CEFR B1
noˈso

ασθενώ, έχω κάποια αρρώστια Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ νοσώ
εσύ νοσείς
αυτός / αυτή / αυτό νοσεί
εμείς νοσούμε
εσείς νοσείτε
αυτοί / αυτές / αυτά νοσούν
Παρατατικός
εγώ νοσούσα
εσύ νοσούσες
αυτός / αυτή / αυτό νοσούσε
εμείς νοσούσαμε
εσείς νοσούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά νοσούσαν
Αόριστος
εγώ νόσησα
εσύ νόσησες
αυτός / αυτή / αυτό νόσησε
εμείς νοσήσαμε
εσείς νοσήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά νόσησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα νοσήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ νοσήσω
εσύ νοσήσεις
αυτός / αυτή / αυτό νοσήσει
εμείς νοσήσουμε
εσείς νοσήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά νοσήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς νοσείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ νόσησε
εσείς νοσήστε
Απαρέμφατο αορίστου
νοσήσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary