HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← νοστιμεύω — definition

Conjugation of νοστιμεύω

Regular CEFR B2
no.stiˈme.vo

άλλη μορφή του νοστιμίζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ νοστιμεύω
εσύ νοστιμεύεις
αυτός / αυτή / αυτό νοστιμεύει
εμείς νοστιμεύουμε
εσείς νοστιμεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά νοστιμεύουν
Παρατατικός
εγώ νοστίμευα
εσύ νοστίμευες
αυτός / αυτή / αυτό νοστίμευε
εμείς νοστιμεύαμε
εσείς νοστιμεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά νοστίμευαν
Αόριστος
εγώ νοστίμεψα
εσύ νοστίμεψες
αυτός / αυτή / αυτό νοστίμεψε
εμείς νοστιμέψαμε
εσείς νοστιμέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά νοστίμεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα νοστιμέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ νοστιμέψω
εσύ νοστιμέψεις
αυτός / αυτή / αυτό νοστιμέψει
εμείς νοστιμέψουμε
εσείς νοστιμέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά νοστιμέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ νοστίμευε
εσείς νοστιμεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ νοστίμεψε
εσείς νοστιμέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
νοστιμέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ νοστιμεύομαι
εσύ νοστιμεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό νοστιμεύεται
εμείς νοστιμευόμαστε
εσείς νοστιμεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά νοστιμεύονται
Παρατατικός
εγώ νοστιμευόμουν
εσύ νοστιμευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό νοστιμευόταν
εμείς νοστιμευόμασταν
εσείς νοστιμευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά νοστιμεύονταν
Αόριστος
εγώ νοστιμεύτηκα
εσύ νοστιμεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό νοστιμεύτηκε
εμείς νοστιμευτήκαμε
εσείς νοστιμευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά νοστιμεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα νοστιμευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ νοστιμευτώ
εσύ νοστιμευτείς
αυτός / αυτή / αυτό νοστιμευτεί
εμείς νοστιμευτούμε
εσείς νοστιμευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά νοστιμευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς νοστιμεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ νοστιμέψου
εσείς νοστιμευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
νοστιμευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary