HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← νοστιμίζω — definition

Conjugation of νοστιμίζω

Regular CEFR B2
no.stiˈmi.zo

δίνω καλή γεύση, κάνω νόστιμο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ νοστιμίζω
εσύ νοστιμίζεις
αυτός / αυτή / αυτό νοστιμίζει
εμείς νοστιμίζουμε
εσείς νοστιμίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά νοστιμίζουν
Παρατατικός
εγώ νοστίμιζα
εσύ νοστίμιζες
αυτός / αυτή / αυτό νοστίμιζε
εμείς νοστιμίζαμε
εσείς νοστιμίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά νοστίμιζαν
Αόριστος
εγώ νοστίμισα
εσύ νοστίμισες
αυτός / αυτή / αυτό νοστίμισε
εμείς νοστιμίσαμε
εσείς νοστιμίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά νοστίμισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα νοστιμίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ νοστιμίσω
εσύ νοστιμίσεις
αυτός / αυτή / αυτό νοστιμίσει
εμείς νοστιμίσουμε
εσείς νοστιμίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά νοστιμίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ νοστίμιζε
εσείς νοστιμίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ νοστίμισε
εσείς νοστιμίστε
Απαρέμφατο αορίστου
νοστιμίσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary