Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | νοστιμίζω |
| εσύ | νοστιμίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | νοστιμίζει |
| εμείς | νοστιμίζουμε |
| εσείς | νοστιμίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | νοστιμίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | νοστίμιζα |
| εσύ | νοστίμιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | νοστίμιζε |
| εμείς | νοστιμίζαμε |
| εσείς | νοστιμίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | νοστίμιζαν |
Αόριστος
| εγώ | νοστίμισα |
| εσύ | νοστίμισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | νοστίμισε |
| εμείς | νοστιμίσαμε |
| εσείς | νοστιμίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | νοστίμισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα νοστιμίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | νοστιμίσω |
| εσύ | νοστιμίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | νοστιμίσει |
| εμείς | νοστιμίσουμε |
| εσείς | νοστιμίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | νοστιμίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | νοστίμιζε |
| εσείς | νοστιμίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | νοστίμισε |
| εσείς | νοστιμίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | νοστιμίσει |