Conjugation of νοσηλεύω
no.siˈle.voπαρέχω ιατρική φροντίδα σε νοσοκομείο (ή άλλο νοσηλευτήριο) και σε ασθενείς που διανυκτερεύουν μέσα σε αυτό Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | νοσηλεύω |
| εσύ | νοσηλεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | νοσηλεύει |
| εμείς | νοσηλεύουμε |
| εσείς | νοσηλεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | νοσηλεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | νοσήλευα |
| εσύ | νοσήλευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | νοσήλευε |
| εμείς | νοσηλεύαμε |
| εσείς | νοσηλεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | νοσήλευαν |
Αόριστος
| εγώ | νοσήλευσα |
| εσύ | νοσήλευσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | νοσήλευσε |
| εμείς | νοσηλεύσαμε |
| εσείς | νοσηλεύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | νοσήλευσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα νοσηλεύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | νοσηλεύσω |
| εσύ | νοσηλεύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | νοσηλεύσει |
| εμείς | νοσηλεύσουμε |
| εσείς | νοσηλεύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | νοσηλεύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | νοσήλευε |
| εσείς | νοσηλεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | νοσήλευσε |
| εσείς | νοσηλεύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | νοσηλεύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | νοσηλεύομαι |
| εσύ | νοσηλεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | νοσηλεύεται |
| εμείς | νοσηλευόμαστε |
| εσείς | νοσηλεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | νοσηλεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | νοσηλευόμουν |
| εσύ | νοσηλευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | νοσηλευόταν |
| εμείς | νοσηλευόμασταν |
| εσείς | νοσηλευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | νοσηλεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | νοσηλεύτηκα |
| εσύ | νοσηλεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | νοσηλεύτηκε |
| εμείς | νοσηλευτήκαμε |
| εσείς | νοσηλευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | νοσηλεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα νοσηλευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | νοσηλευτώ |
| εσύ | νοσηλευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | νοσηλευτεί |
| εμείς | νοσηλευτούμε |
| εσείς | νοσηλευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | νοσηλευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | νοσηλεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | νοσηλεύσου |
| εσείς | νοσηλευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | νοσηλευτεί |