HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← νοσηλεύω — definition

Conjugation of νοσηλεύω

Regular CEFR B2
no.siˈle.vo

παρέχω ιατρική φροντίδα σε νοσοκομείο (ή άλλο νοσηλευτήριο) και σε ασθενείς που διανυκτερεύουν μέσα σε αυτό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ νοσηλεύω
εσύ νοσηλεύεις
αυτός / αυτή / αυτό νοσηλεύει
εμείς νοσηλεύουμε
εσείς νοσηλεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά νοσηλεύουν
Παρατατικός
εγώ νοσήλευα
εσύ νοσήλευες
αυτός / αυτή / αυτό νοσήλευε
εμείς νοσηλεύαμε
εσείς νοσηλεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά νοσήλευαν
Αόριστος
εγώ νοσήλευσα
εσύ νοσήλευσες
αυτός / αυτή / αυτό νοσήλευσε
εμείς νοσηλεύσαμε
εσείς νοσηλεύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά νοσήλευσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα νοσηλεύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ νοσηλεύσω
εσύ νοσηλεύσεις
αυτός / αυτή / αυτό νοσηλεύσει
εμείς νοσηλεύσουμε
εσείς νοσηλεύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά νοσηλεύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ νοσήλευε
εσείς νοσηλεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ νοσήλευσε
εσείς νοσηλεύστε
Απαρέμφατο αορίστου
νοσηλεύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ νοσηλεύομαι
εσύ νοσηλεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό νοσηλεύεται
εμείς νοσηλευόμαστε
εσείς νοσηλεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά νοσηλεύονται
Παρατατικός
εγώ νοσηλευόμουν
εσύ νοσηλευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό νοσηλευόταν
εμείς νοσηλευόμασταν
εσείς νοσηλευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά νοσηλεύονταν
Αόριστος
εγώ νοσηλεύτηκα
εσύ νοσηλεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό νοσηλεύτηκε
εμείς νοσηλευτήκαμε
εσείς νοσηλευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά νοσηλεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα νοσηλευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ νοσηλευτώ
εσύ νοσηλευτείς
αυτός / αυτή / αυτό νοσηλευτεί
εμείς νοσηλευτούμε
εσείς νοσηλευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά νοσηλευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς νοσηλεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ νοσηλεύσου
εσείς νοσηλευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
νοσηλευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary