Conjugation of νομίζω
noˈmizoέχω τη γνώμη, πιστεύω, χωρίς όμως να δηλώνω απόλυτη βεβαιότητα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | νομίζω |
| εσύ | νομίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | νομίζει |
| εμείς | νομίζουμε |
| εσείς | νομίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | νομίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | νόμιζα |
| εσύ | νόμιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | νόμιζε |
| εμείς | νομίζαμε |
| εσείς | νομίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | νόμιζαν |
Αόριστος
| εγώ | νόμισα |
| εσύ | νόμισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | νόμισε |
| εμείς | νομίσαμε |
| εσείς | νομίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | νόμισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα νομίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | νομίσω |
| εσύ | νομίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | νομίσει |
| εμείς | νομίσουμε |
| εσείς | νομίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | νομίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | νόμιζε |
| εσείς | νομίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | νόμισε |
| εσείς | νομίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | νομίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | νομίζομαι |
| εσύ | νομίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | νομίζεται |
| εμείς | νομιζόμαστε |
| εσείς | νομίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | νομίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | νομιζόμουν |
| εσύ | νομιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | νομιζόταν |
| εμείς | νομιζόμασταν |
| εσείς | νομιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | νομίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | νομίσθηκα |
| εσύ | νομίσθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | νομίσθηκε |
| εμείς | νομισθήκαμε |
| εσείς | νομισθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | νομίσθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα νομισθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | νομισθώ |
| εσύ | νομισθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | νομισθεί |
| εμείς | νομισθούμε |
| εσείς | νομισθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | νομισθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | νομίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | νομίσου |
| εσείς | νομισθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | νομισθεί |