HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← νομίζω — definition

Conjugation of νομίζω

Regular CEFR A1
noˈmizo

έχω τη γνώμη, πιστεύω, χωρίς όμως να δηλώνω απόλυτη βεβαιότητα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ νομίζω
εσύ νομίζεις
αυτός / αυτή / αυτό νομίζει
εμείς νομίζουμε
εσείς νομίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά νομίζουν
Παρατατικός
εγώ νόμιζα
εσύ νόμιζες
αυτός / αυτή / αυτό νόμιζε
εμείς νομίζαμε
εσείς νομίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά νόμιζαν
Αόριστος
εγώ νόμισα
εσύ νόμισες
αυτός / αυτή / αυτό νόμισε
εμείς νομίσαμε
εσείς νομίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά νόμισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα νομίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ νομίσω
εσύ νομίσεις
αυτός / αυτή / αυτό νομίσει
εμείς νομίσουμε
εσείς νομίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά νομίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ νόμιζε
εσείς νομίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ νόμισε
εσείς νομίστε
Απαρέμφατο αορίστου
νομίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ νομίζομαι
εσύ νομίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό νομίζεται
εμείς νομιζόμαστε
εσείς νομίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά νομίζονται
Παρατατικός
εγώ νομιζόμουν
εσύ νομιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό νομιζόταν
εμείς νομιζόμασταν
εσείς νομιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά νομίζονταν
Αόριστος
εγώ νομίσθηκα
εσύ νομίσθηκες
αυτός / αυτή / αυτό νομίσθηκε
εμείς νομισθήκαμε
εσείς νομισθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά νομίσθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα νομισθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ νομισθώ
εσύ νομισθείς
αυτός / αυτή / αυτό νομισθεί
εμείς νομισθούμε
εσείς νομισθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά νομισθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς νομίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ νομίσου
εσείς νομισθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
νομισθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary