HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← νοικιάζω — definition

Conjugation of νοικιάζω

Regular CEFR C2
niˈca.zo

χρησιμοποιώ ένα σπίτι ή όχημα ή κάτι άλλο πληρώνοντας ενοίκιο στον ιδιοκτήτη Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ νοικιάζω
εσύ νοικιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό νοικιάζει
εμείς νοικιάζουμε
εσείς νοικιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά νοικιάζουν
Παρατατικός
εγώ νοίκιαζα
εσύ νοίκιαζες
αυτός / αυτή / αυτό νοίκιαζε
εμείς νοικιάζαμε
εσείς νοικιάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά νοίκιαζαν
Αόριστος
εγώ νοίκιασα
εσύ νοίκιασες
αυτός / αυτή / αυτό νοίκιασε
εμείς νοικιάσαμε
εσείς νοικιάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά νοίκιασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα νοικιάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ νοικιάσω
εσύ νοικιάσεις
αυτός / αυτή / αυτό νοικιάσει
εμείς νοικιάσουμε
εσείς νοικιάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά νοικιάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ νοίκιαζε
εσείς νοικιάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ νοίκιασε
εσείς νοικιάστε
Απαρέμφατο αορίστου
νοικιάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ νοικιάζομαι
εσύ νοικιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό νοικιάζεται
εμείς νοικιαζόμαστε
εσείς νοικιάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά νοικιάζονται
Παρατατικός
εγώ νοικιαζόμουν
εσύ νοικιαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό νοικιαζόταν
εμείς νοικιαζόμασταν
εσείς νοικιαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά νοικιάζονταν
Αόριστος
εγώ νοικιάστηκα
εσύ νοικιάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό νοικιάστηκε
εμείς νοικιαστήκαμε
εσείς νοικιαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά νοικιάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα νοικιαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ νοικιαστώ
εσύ νοικιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό νοικιαστεί
εμείς νοικιαστούμε
εσείς νοικιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά νοικιαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς νοικιάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ νοικιάσου
εσείς νοικιαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
νοικιαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary