HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← νοιάζομαι — definition

Conjugation of νοιάζομαι

Regular CEFR B2
ˈɲa.zo.me

με ενδιαφέρει κάτι (ή κάποιος) και ασχολούμαι μ’ αυτό(ν), το(ν) φροντίζω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
αυτός / αυτή / αυτό νοιάζει
αυτοί / αυτές / αυτά νοιάζουν
Παρατατικός
αυτός / αυτή / αυτό ένοιαζε
αυτοί / αυτές / αυτά ένοιαζαν
Αόριστος
αυτός / αυτή / αυτό ένοιαξε
αυτοί / αυτές / αυτά ένοιαξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα νοιάξει
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
αυτός / αυτή / αυτό νοιάξει
αυτοί / αυτές / αυτά νοιάξουν
Απαρέμφατο αορίστου
νοιάξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ νοιάζομαι
εσύ νοιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό νοιάζεται
εμείς νοιαζόμαστε
εσείς νοιάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά νοιάζονται
Παρατατικός
εγώ νοιαζόμουν
εσύ νοιαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό νοιαζόταν
εμείς νοιαζόμασταν
εσείς νοιαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά νοιάζονταν
Αόριστος
εγώ νοιάστηκα
εσύ νοιάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό νοιάστηκε
εμείς νοιαστήκαμε
εσείς νοιαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά νοιάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα νοιαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ νοιαστώ
εσύ νοιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό νοιαστεί
εμείς νοιαστούμε
εσείς νοιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά νοιαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς νοιάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ νοιάσου
εσείς νοιαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
νοιαστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary