Conjugation of νοιάζομαι
ˈɲa.zo.meμε ενδιαφέρει κάτι (ή κάποιος) και ασχολούμαι μ’ αυτό(ν), το(ν) φροντίζω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| αυτός / αυτή / αυτό | νοιάζει |
| αυτοί / αυτές / αυτά | νοιάζουν |
Παρατατικός
| αυτός / αυτή / αυτό | ένοιαζε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ένοιαζαν |
Αόριστος
| αυτός / αυτή / αυτό | ένοιαξε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ένοιαξαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα νοιάξει |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| αυτός / αυτή / αυτό | νοιάξει |
| αυτοί / αυτές / αυτά | νοιάξουν |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | νοιάξει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | νοιάζομαι |
| εσύ | νοιάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | νοιάζεται |
| εμείς | νοιαζόμαστε |
| εσείς | νοιάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | νοιάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | νοιαζόμουν |
| εσύ | νοιαζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | νοιαζόταν |
| εμείς | νοιαζόμασταν |
| εσείς | νοιαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | νοιάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | νοιάστηκα |
| εσύ | νοιάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | νοιάστηκε |
| εμείς | νοιαστήκαμε |
| εσείς | νοιαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | νοιάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα νοιαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | νοιαστώ |
| εσύ | νοιαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | νοιαστεί |
| εμείς | νοιαστούμε |
| εσείς | νοιαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | νοιαστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | νοιάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | νοιάσου |
| εσείς | νοιαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | νοιαστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.