HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← νιώθω — definition

Conjugation of νιώθω

Regular CEFR A1
ˈɲo.θo

αντιλαμβάνομαι κατά ένα ορισμένο τρόπο την ψυχολογική μου κατάσταση ή τις σωματικές μου δυνάμεις και την κατάσταση της υγείας μου Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ νιώθω
εσύ νιώθεις
αυτός / αυτή / αυτό νιώθει
εμείς νιώθουμε
εσείς νιώθετε
αυτοί / αυτές / αυτά νιώθουν
Παρατατικός
εγώ ένιωθα
εσύ ένιωθες
αυτός / αυτή / αυτό ένιωθε
εμείς νιώθαμε
εσείς νιώθατε
αυτοί / αυτές / αυτά ένιωθαν
Αόριστος
εγώ ένιωσα
εσύ ένιωσες
αυτός / αυτή / αυτό ένιωσε
εμείς νιώσαμε
εσείς νιώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ένιωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα νιώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ νιώσω
εσύ νιώσεις
αυτός / αυτή / αυτό νιώσει
εμείς νιώσουμε
εσείς νιώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά νιώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ νιώθε
εσείς νιώθετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ νιώσε
εσείς νιώστε
Απαρέμφατο αορίστου
νιώσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary