Conjugation of νιώθω
ˈɲo.θoαντιλαμβάνομαι κατά ένα ορισμένο τρόπο την ψυχολογική μου κατάσταση ή τις σωματικές μου δυνάμεις και την κατάσταση της υγείας μου Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | νιώθω |
| εσύ | νιώθεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | νιώθει |
| εμείς | νιώθουμε |
| εσείς | νιώθετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | νιώθουν |
Παρατατικός
| εγώ | ένιωθα |
| εσύ | ένιωθες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ένιωθε |
| εμείς | νιώθαμε |
| εσείς | νιώθατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ένιωθαν |
Αόριστος
| εγώ | ένιωσα |
| εσύ | ένιωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ένιωσε |
| εμείς | νιώσαμε |
| εσείς | νιώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ένιωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα νιώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | νιώσω |
| εσύ | νιώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | νιώσει |
| εμείς | νιώσουμε |
| εσείς | νιώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | νιώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | νιώθε |
| εσείς | νιώθετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | νιώσε |
| εσείς | νιώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | νιώσει |