HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← νικάω — definition

Conjugation of νικάω

Regular CEFR C2
niˈka.o

υπερισχύω επί του αντιπάλου σε πόλεμο, εκλογές, αθλητικό αγώνα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ νικάω
εσύ νικάς
αυτός / αυτή / αυτό νικάει
εμείς νικάμε
εσείς νικάτε
αυτοί / αυτές / αυτά νικάνε
Παρατατικός
εγώ νικούσα
εσύ νικούσες
αυτός / αυτή / αυτό νικούσε
εμείς νικούσαμε
εσείς νικούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά νικούσαν
Αόριστος
εγώ νίκησα
εσύ νίκησες
αυτός / αυτή / αυτό νίκησε
εμείς νικήσαμε
εσείς νικήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά νίκησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα νικήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ νικήσω
εσύ νικήσεις
αυτός / αυτή / αυτό νικήσει
εμείς νικήσουμε
εσείς νικήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά νικήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ νίκα
εσείς νικάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ νίκησε
εσείς νικήστε
Απαρέμφατο αορίστου
νικήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ νικιέμαι
εσύ νικιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό νικιέται
εμείς νικιόμαστε
εσείς νικιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά νικιούνται
Παρατατικός
εγώ νικιόμουν
εσύ νικιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό νικιόταν
εμείς νικιόμασταν
εσείς νικιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά νικιόνταν
Αόριστος
εγώ νικήθηκα
εσύ νικήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό νικήθηκε
εμείς νικηθήκαμε
εσείς νικηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά νικήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα νικηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ νικηθώ
εσύ νικηθείς
αυτός / αυτή / αυτό νικηθεί
εμείς νικηθούμε
εσείς νικηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά νικηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς νικιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ νικήσου
εσείς νικηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
νικηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary