HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← νιαουρίζω — definition

Conjugation of νιαουρίζω

Regular CEFR B2
ɲa.uˈɾi.zo

μιλάω σιγά και σέρνοντας τη φωνή μου, σαν να νιαουρίζει γάτα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ νιαουρίζω
εσύ νιαουρίζεις
αυτός / αυτή / αυτό νιαουρίζει
εμείς νιαουρίζουμε
εσείς νιαουρίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά νιαουρίζουν
Παρατατικός
εγώ νιαούριζα
εσύ νιαούριζες
αυτός / αυτή / αυτό νιαούριζε
εμείς νιαουρίζαμε
εσείς νιαουρίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά νιαούριζαν
Αόριστος
εγώ νιαούρισα
εσύ νιαούρισες
αυτός / αυτή / αυτό νιαούρισε
εμείς νιαουρίσαμε
εσείς νιαουρίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά νιαούρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα νιαουρίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ νιαουρίσω
εσύ νιαουρίσεις
αυτός / αυτή / αυτό νιαουρίσει
εμείς νιαουρίσουμε
εσείς νιαουρίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά νιαουρίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ νιαούριζε
εσείς νιαουρίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ νιαούρισε
εσείς νιαουρίστε
Απαρέμφατο αορίστου
νιαουρίσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary