HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← νηστεύω — definition

Conjugation of νηστεύω

Regular CEFR B1
niˈste.vo

δεν τρώω ορισμένα φαγώσιμα σε μερικές προκαθορισμένες εποχές Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ νηστεύω
εσύ νηστεύεις
αυτός / αυτή / αυτό νηστεύει
εμείς νηστεύουμε
εσείς νηστεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά νηστεύουν
Παρατατικός
εγώ νήστευα
εσύ νήστευες
αυτός / αυτή / αυτό νήστευε
εμείς νηστεύαμε
εσείς νηστεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά νήστευαν
Αόριστος
εγώ νήστεψα
εσύ νήστεψες
αυτός / αυτή / αυτό νήστεψε
εμείς νηστέψαμε
εσείς νηστέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά νήστεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα νηστέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ νηστέψω
εσύ νηστέψεις
αυτός / αυτή / αυτό νηστέψει
εμείς νηστέψουμε
εσείς νηστέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά νηστέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ νήστευε
εσείς νηστεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ νήστεψε
εσείς νηστέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
νηστέψει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary