HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← νευριάζω — definition

Conjugation of νευριάζω

Regular CEFR C2
ne.vɾiˈa.zo

προκαλείται εκνευρισμός σε μένα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ νευριάζω
εσύ νευριάζεις
αυτός / αυτή / αυτό νευριάζει
εμείς νευριάζουμε
εσείς νευριάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά νευριάζουν
Παρατατικός
εγώ νευρίαζα
εσύ νευρίαζες
αυτός / αυτή / αυτό νευρίαζε
εμείς νευριάζαμε
εσείς νευριάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά νευρίαζαν
Αόριστος
εγώ νευρίασα
εσύ νευρίασες
αυτός / αυτή / αυτό νευρίασε
εμείς νευριάσαμε
εσείς νευριάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά νευρίασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα νευριάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ νευριάσω
εσύ νευριάσεις
αυτός / αυτή / αυτό νευριάσει
εμείς νευριάσουμε
εσείς νευριάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά νευριάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ νευρίαζε
εσείς νευριάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ νευρίασε
εσείς νευριάστε
Απαρέμφατο αορίστου
νευριάσει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary