HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← μυρίζω — definition

Conjugation of μυρίζω

Regular CEFR B2
miˈɾi.zo

αποκτώ ή καταφέρνω κάτι με μη συμβατικό μέσο ή (και) τρόπο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μυρίζω
εσύ μυρίζεις
αυτός / αυτή / αυτό μυρίζει
εμείς μυρίζουμε
εσείς μυρίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά μυρίζουν
Παρατατικός
εγώ μύριζα
εσύ μύριζες
αυτός / αυτή / αυτό μύριζε
εμείς μυρίζαμε
εσείς μυρίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά μύριζαν
Αόριστος
εγώ μύρισα
εσύ μύρισες
αυτός / αυτή / αυτό μύρισε
εμείς μυρίσαμε
εσείς μυρίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά μύρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μυρίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μυρίσω
εσύ μυρίσεις
αυτός / αυτή / αυτό μυρίσει
εμείς μυρίσουμε
εσείς μυρίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά μυρίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ μύριζε
εσείς μυρίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μύρισε
εσείς μυρίστε
Απαρέμφατο αορίστου
μυρίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μυρίζομαι
εσύ μυρίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό μυρίζεται
εμείς μυριζόμαστε
εσείς μυρίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά μυρίζονται
Παρατατικός
εγώ μυριζόμουν
εσύ μυριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό μυριζόταν
εμείς μυριζόμασταν
εσείς μυριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά μυρίζονταν
Αόριστος
εγώ μυρίστηκα
εσύ μυρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό μυρίστηκε
εμείς μυριστήκαμε
εσείς μυριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά μυρίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μυριστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μυριστώ
εσύ μυριστείς
αυτός / αυτή / αυτό μυριστεί
εμείς μυριστούμε
εσείς μυριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά μυριστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς μυρίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μυρίσου
εσείς μυριστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
μυριστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary