Conjugation of μυρίζω
miˈɾi.zoαποκτώ ή καταφέρνω κάτι με μη συμβατικό μέσο ή (και) τρόπο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μυρίζω |
| εσύ | μυρίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μυρίζει |
| εμείς | μυρίζουμε |
| εσείς | μυρίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μυρίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | μύριζα |
| εσύ | μύριζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μύριζε |
| εμείς | μυρίζαμε |
| εσείς | μυρίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μύριζαν |
Αόριστος
| εγώ | μύρισα |
| εσύ | μύρισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μύρισε |
| εμείς | μυρίσαμε |
| εσείς | μυρίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μύρισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μυρίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μυρίσω |
| εσύ | μυρίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μυρίσει |
| εμείς | μυρίσουμε |
| εσείς | μυρίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μυρίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | μύριζε |
| εσείς | μυρίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μύρισε |
| εσείς | μυρίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μυρίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μυρίζομαι |
| εσύ | μυρίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | μυρίζεται |
| εμείς | μυριζόμαστε |
| εσείς | μυρίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μυρίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | μυριζόμουν |
| εσύ | μυριζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | μυριζόταν |
| εμείς | μυριζόμασταν |
| εσείς | μυριζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μυρίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | μυρίστηκα |
| εσύ | μυρίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μυρίστηκε |
| εμείς | μυριστήκαμε |
| εσείς | μυριστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μυρίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μυριστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μυριστώ |
| εσύ | μυριστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | μυριστεί |
| εμείς | μυριστούμε |
| εσείς | μυριστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μυριστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | μυρίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μυρίσου |
| εσείς | μυριστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μυριστεί |