Conjugation of μποϊκοτάρω
bo.i.koˈta.ɾoαρνούμαι να αγοράσω ένα ή περισσότερα προϊόντα με σκοπό να αντιδράσω εναντίον μιας εταιρία ή μιας χώρας Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μποϊκοτάρω |
| εσύ | μποϊκοτάρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μποϊκοτάρει |
| εμείς | μποϊκοτάρουμε |
| εσείς | μποϊκοτάρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μποϊκοτάρουν |
Παρατατικός
| εγώ | μποϊκοτάριζα |
| εσύ | μποϊκοτάριζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μποϊκοτάριζε |
| εμείς | μποϊκοτάραμε |
| εσείς | μποϊκοτάρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μποϊκοτάριζαν |
Αόριστος
| εγώ | μποϊκοτάρισα |
| εσύ | μποϊκοτάρισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μποϊκοτάρισε |
| εμείς | μποϊκοτάραμε |
| εσείς | μποϊκοτάρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μποϊκοτάρισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μποϊκοτάρω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μποϊκοτάρω |
| εσύ | μποϊκοτάρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μποϊκοτάρει |
| εμείς | μποϊκοτάρουμε |
| εσείς | μποϊκοτάρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μποϊκοτάρουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | μποϊκοτάριζε |
| εσείς | μποϊκοτάρετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μποϊκοτάρισε |
| εσείς | μποϊκοτάρετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μποϊκοτάρει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μποϊκοτάρομαι |
| εσύ | μποϊκοτάρεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | μποϊκοτάρεται |
| εμείς | μποϊκοταριζόμαστε |
| εσείς | μποϊκοτάρεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μποϊκοτάρονται |
Παρατατικός
| εγώ | μποϊκοταριζόμουν |
| εσύ | μποϊκοταριζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | μποϊκοταριζόταν |
| εμείς | μποϊκοταριζόμασταν |
| εσείς | μποϊκοταριζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μποϊκοτάρονταν |
Αόριστος
| εγώ | μποϊκοταρίστηκα |
| εσύ | μποϊκοταρίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μποϊκοταρίστηκε |
| εμείς | μποϊκοταριστήκαμε |
| εσείς | μποϊκοταριστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μποϊκοταρίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μποϊκοταριστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μποϊκοταριστώ |
| εσύ | μποϊκοταριστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | μποϊκοταριστεί |
| εμείς | μποϊκοταριστούμε |
| εσείς | μποϊκοταριστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μποϊκοταριστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | μποϊκοτάρεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | μποϊκοταριστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μποϊκοταριστεί |