HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← μποϊκοτάρω — definition

Conjugation of μποϊκοτάρω

Regular CEFR B2
bo.i.koˈta.ɾo

αρνούμαι να αγοράσω ένα ή περισσότερα προϊόντα με σκοπό να αντιδράσω εναντίον μιας εταιρία ή μιας χώρας Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μποϊκοτάρω
εσύ μποϊκοτάρεις
αυτός / αυτή / αυτό μποϊκοτάρει
εμείς μποϊκοτάρουμε
εσείς μποϊκοτάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά μποϊκοτάρουν
Παρατατικός
εγώ μποϊκοτάριζα
εσύ μποϊκοτάριζες
αυτός / αυτή / αυτό μποϊκοτάριζε
εμείς μποϊκοτάραμε
εσείς μποϊκοτάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά μποϊκοτάριζαν
Αόριστος
εγώ μποϊκοτάρισα
εσύ μποϊκοτάρισες
αυτός / αυτή / αυτό μποϊκοτάρισε
εμείς μποϊκοτάραμε
εσείς μποϊκοτάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά μποϊκοτάρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μποϊκοτάρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μποϊκοτάρω
εσύ μποϊκοτάρεις
αυτός / αυτή / αυτό μποϊκοτάρει
εμείς μποϊκοτάρουμε
εσείς μποϊκοτάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά μποϊκοτάρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ μποϊκοτάριζε
εσείς μποϊκοτάρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μποϊκοτάρισε
εσείς μποϊκοτάρετε
Απαρέμφατο αορίστου
μποϊκοτάρει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μποϊκοτάρομαι
εσύ μποϊκοτάρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό μποϊκοτάρεται
εμείς μποϊκοταριζόμαστε
εσείς μποϊκοτάρεστε
αυτοί / αυτές / αυτά μποϊκοτάρονται
Παρατατικός
εγώ μποϊκοταριζόμουν
εσύ μποϊκοταριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό μποϊκοταριζόταν
εμείς μποϊκοταριζόμασταν
εσείς μποϊκοταριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά μποϊκοτάρονταν
Αόριστος
εγώ μποϊκοταρίστηκα
εσύ μποϊκοταρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό μποϊκοταρίστηκε
εμείς μποϊκοταριστήκαμε
εσείς μποϊκοταριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά μποϊκοταρίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μποϊκοταριστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μποϊκοταριστώ
εσύ μποϊκοταριστείς
αυτός / αυτή / αυτό μποϊκοταριστεί
εμείς μποϊκοταριστούμε
εσείς μποϊκοταριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά μποϊκοταριστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς μποϊκοτάρεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς μποϊκοταριστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
μποϊκοταριστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary