HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← μπορώ — definition

Conjugation of μπορώ

Regular CEFR A1
boˈɾo

σε ευγενική ερώτηση-παράκληση, για να ζητήσω κάτι ή την άδεια για να κάνω κάτι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μπορώ
εσύ μπορείς
αυτός / αυτή / αυτό μπορεί
εμείς μπορούμε
εσείς μπορείτε
αυτοί / αυτές / αυτά μπορούν
Παρατατικός
εγώ μπορούσα
εσύ μπορούσες
αυτός / αυτή / αυτό μπορούσε
εμείς μπορούσαμε
εσείς μπορούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά μπορούσαν
Αόριστος
εγώ μπόρεσα
εσύ μπόρεσες
αυτός / αυτή / αυτό μπόρεσε
εμείς μπορέσαμε
εσείς μπορέσατε
αυτοί / αυτές / αυτά μπόρεσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μπορέσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μπορέσω
εσύ μπορέσεις
αυτός / αυτή / αυτό μπορέσει
εμείς μπορέσουμε
εσείς μπορέσετε
αυτοί / αυτές / αυτά μπορέσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς μπορείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μπόρεσε
εσείς μπορέστε
Απαρέμφατο αορίστου
μπορέσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary