HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← μπλέκω — definition

Conjugation of μπλέκω

Regular CEFR C2
ˈble.ko

μπερδεύομαι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μπλέκω
εσύ μπλέκεις
αυτός / αυτή / αυτό μπλέκει
εμείς μπλέκουμε
εσείς μπλέκετε
αυτοί / αυτές / αυτά μπλέκουν
Παρατατικός
εγώ έμπλεκα
εσύ έμπλεκες
αυτός / αυτή / αυτό έμπλεκε
εμείς μπλέκαμε
εσείς μπλέκατε
αυτοί / αυτές / αυτά έμπλεκαν
Αόριστος
εγώ έμπλεξα
εσύ έμπλεξες
αυτός / αυτή / αυτό έμπλεξε
εμείς μπλέξαμε
εσείς μπλέξατε
αυτοί / αυτές / αυτά έμπλεξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μπλέξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μπλέξω
εσύ μπλέξεις
αυτός / αυτή / αυτό μπλέξει
εμείς μπλέξουμε
εσείς μπλέξετε
αυτοί / αυτές / αυτά μπλέξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ μπλέκε
εσείς μπλέκετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μπλέξε
εσείς μπλέξτε
Απαρέμφατο αορίστου
μπλέξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μπλέκομαι
εσύ μπλέκεσαι
αυτός / αυτή / αυτό μπλέκεται
εμείς μπλεκόμαστε
εσείς μπλέκεστε
αυτοί / αυτές / αυτά μπλέκονται
Παρατατικός
εγώ μπλεκόμουν
εσύ μπλεκόσουν
αυτός / αυτή / αυτό μπλεκόταν
εμείς μπλεκόμασταν
εσείς μπλεκόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά μπλέκονταν
Αόριστος
εγώ μπλέχτηκα
εσύ μπλέχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό μπλέχτηκε
εμείς μπλεχτήκαμε
εσείς μπλεχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά μπλέχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μπλεχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μπλεχτώ
εσύ μπλεχτείς
αυτός / αυτή / αυτό μπλεχτεί
εμείς μπλεχτούμε
εσείς μπλεχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά μπλεχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς μπλέκεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μπλέξου
εσείς μπλεχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
μπλεχτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary