Conjugation of μπιζάρω
biˈza.ɾoκαλώ εκ νέου στη σκηνή έναν καλλιτέχνη (ηθοποιό, χορευτή, μουσικό, κ.α.) για να τον χειροκροτήσω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μπιζάρω |
| εσύ | μπιζάρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μπιζάρει |
| εμείς | μπιζάρουμε |
| εσείς | μπιζάρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μπιζάρουν |
Παρατατικός
| εγώ | μπιζάριζα |
| εσύ | μπιζάριζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μπιζάριζε |
| εμείς | μπιζάραμε |
| εσείς | μπιζάρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μπιζάριζαν |
Αόριστος
| εγώ | μπιζάρισα |
| εσύ | μπιζάρισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μπιζάρισε |
| εμείς | μπιζάραμε |
| εσείς | μπιζάρατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μπιζάρισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μπιζάρω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μπιζάρω |
| εσύ | μπιζάρεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μπιζάρει |
| εμείς | μπιζάρουμε |
| εσείς | μπιζάρετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μπιζάρουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | μπιζάριζε |
| εσείς | μπιζάρετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μπιζάρισε |
| εσείς | μπιζάρετε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μπιζάρει |