HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← μπαλώνω — definition

Conjugation of μπαλώνω

Regular CEFR B1
baˈlo.no

επιδιορθώνω ένα ύφασμα ή ρούχο που έχει σκιστεί ή φθαρεί ράβοντας το σημείο εκείνο ή προσθέτοντας ένα επιπλέον κομμάτι υφάσματος (μπάλωμα) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μπαλώνω
εσύ μπαλώνεις
αυτός / αυτή / αυτό μπαλώνει
εμείς μπαλώνουμε
εσείς μπαλώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά μπαλώνουν
Παρατατικός
εγώ μπάλωνα
εσύ μπάλωνες
αυτός / αυτή / αυτό μπάλωνε
εμείς μπαλώναμε
εσείς μπαλώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά μπάλωναν
Αόριστος
εγώ μπάλωσα
εσύ μπάλωσες
αυτός / αυτή / αυτό μπάλωσε
εμείς μπαλώσαμε
εσείς μπαλώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά μπάλωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μπαλώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μπαλώσω
εσύ μπαλώσεις
αυτός / αυτή / αυτό μπαλώσει
εμείς μπαλώσουμε
εσείς μπαλώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά μπαλώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ μπάλωνε
εσείς μπαλώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μπάλωσε
εσείς μπαλώστε
Απαρέμφατο αορίστου
μπαλώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μπαλώνομαι
εσύ μπαλώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό μπαλώνεται
εμείς μπαλωνόμαστε
εσείς μπαλώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά μπαλώνονται
Παρατατικός
εγώ μπαλωνόμουν
εσύ μπαλωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό μπαλωνόταν
εμείς μπαλωνόμασταν
εσείς μπαλωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά μπαλώνονταν
Αόριστος
εγώ μπαλώθηκα
εσύ μπαλώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό μπαλώθηκε
εμείς μπαλωθήκαμε
εσείς μπαλωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά μπαλώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μπαλωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μπαλωθώ
εσύ μπαλωθείς
αυτός / αυτή / αυτό μπαλωθεί
εμείς μπαλωθούμε
εσείς μπαλωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά μπαλωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς μπαλώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μπαλώσου
εσείς μπαλωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
μπαλωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary