Conjugation of μπαλώνω
baˈlo.noεπιδιορθώνω ένα ύφασμα ή ρούχο που έχει σκιστεί ή φθαρεί ράβοντας το σημείο εκείνο ή προσθέτοντας ένα επιπλέον κομμάτι υφάσματος (μπάλωμα) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μπαλώνω |
| εσύ | μπαλώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μπαλώνει |
| εμείς | μπαλώνουμε |
| εσείς | μπαλώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μπαλώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | μπάλωνα |
| εσύ | μπάλωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μπάλωνε |
| εμείς | μπαλώναμε |
| εσείς | μπαλώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μπάλωναν |
Αόριστος
| εγώ | μπάλωσα |
| εσύ | μπάλωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μπάλωσε |
| εμείς | μπαλώσαμε |
| εσείς | μπαλώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μπάλωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μπαλώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μπαλώσω |
| εσύ | μπαλώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μπαλώσει |
| εμείς | μπαλώσουμε |
| εσείς | μπαλώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μπαλώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | μπάλωνε |
| εσείς | μπαλώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μπάλωσε |
| εσείς | μπαλώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μπαλώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μπαλώνομαι |
| εσύ | μπαλώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | μπαλώνεται |
| εμείς | μπαλωνόμαστε |
| εσείς | μπαλώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μπαλώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | μπαλωνόμουν |
| εσύ | μπαλωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | μπαλωνόταν |
| εμείς | μπαλωνόμασταν |
| εσείς | μπαλωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μπαλώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | μπαλώθηκα |
| εσύ | μπαλώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μπαλώθηκε |
| εμείς | μπαλωθήκαμε |
| εσείς | μπαλωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μπαλώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μπαλωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μπαλωθώ |
| εσύ | μπαλωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | μπαλωθεί |
| εμείς | μπαλωθούμε |
| εσείς | μπαλωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μπαλωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | μπαλώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μπαλώσου |
| εσείς | μπαλωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μπαλωθεί |