HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← μπαίνω — definition

Conjugation of μπαίνω

Regular CEFR B2
ˈbe.no

εισέρχομαι μέσα σε κάτι, σε έναν χώρο, τόπο, πράγμα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μπαίνω
εσύ μπαίνεις
αυτός / αυτή / αυτό μπαίνει
εμείς μπαίνουμε
εσείς μπαίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά μπαίνουν
Παρατατικός
εγώ έμπαινα
εσύ έμπαινες
αυτός / αυτή / αυτό έμπαινε
εμείς μπαίναμε
εσείς μπαίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά έμπαιναν
Αόριστος
εγώ μπήκα
εσύ μπήκες
αυτός / αυτή / αυτό μπήκε
εμείς μπήκαμε
εσείς μπήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά μπήκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μπω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μπω
εσύ μπεις
αυτός / αυτή / αυτό μπει
εμείς μπούμε
εσείς μπείτε
αυτοί / αυτές / αυτά μπουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ μπαίνε
εσείς μπαίνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μπες
εσείς μπείτε
Απαρέμφατο αορίστου
μπει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary