HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← μοχθώ — definition

Conjugation of μοχθώ

Regular CEFR B1
moˈxθo

εργάζομαι επίπονα, καταβάλλοντας μεγάλη προσπάθεια Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μοχθώ
εσύ μοχθείς
αυτός / αυτή / αυτό μοχθεί
εμείς μοχθούμε
εσείς μοχθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά μοχθούν
Παρατατικός
εγώ μοχθούσα
εσύ μοχθούσες
αυτός / αυτή / αυτό μοχθούσε
εμείς μοχθούσαμε
εσείς μοχθούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά μοχθούσαν
Αόριστος
εγώ μόχθησα
εσύ μόχθησες
αυτός / αυτή / αυτό μόχθησε
εμείς μοχθήσαμε
εσείς μοχθήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά μόχθησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μοχθήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μοχθήσω
εσύ μοχθήσεις
αυτός / αυτή / αυτό μοχθήσει
εμείς μοχθήσουμε
εσείς μοχθήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά μοχθήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς μοχθείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μόχθησε
εσείς μοχθήστε
Απαρέμφατο αορίστου
μοχθήσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary