HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← μουχλιάζω — definition

Conjugation of μουχλιάζω

Regular CEFR B2
muˈxʎa.zo

περιέρχομαι σε κατάσταση απόλυτης αδράνειας Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μουχλιάζω
εσύ μουχλιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό μουχλιάζει
εμείς μουχλιάζουμε
εσείς μουχλιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά μουχλιάζουν
Παρατατικός
εγώ μούχλιαζα
εσύ μούχλιαζες
αυτός / αυτή / αυτό μούχλιαζε
εμείς μουχλιάζαμε
εσείς μουχλιάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά μούχλιαζαν
Αόριστος
εγώ μούχλιασα
εσύ μούχλιασες
αυτός / αυτή / αυτό μούχλιασε
εμείς μουχλιάσαμε
εσείς μουχλιάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά μούχλιασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μουχλιάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μουχλιάσω
εσύ μουχλιάσεις
αυτός / αυτή / αυτό μουχλιάσει
εμείς μουχλιάσουμε
εσείς μουχλιάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά μουχλιάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ μούχλιαζε
εσείς μουχλιάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μούχλιασε
εσείς μουχλιάστε
Απαρέμφατο αορίστου
μουχλιάσει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary