HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← μουσκεύω — definition

Conjugation of μουσκεύω

Regular CEFR B2
muˈsce.vo

καταβρέχω κάτι ή το βάζω σε νερό ή άλλο υγρό ώστε να ποτιστεί με αυτό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μουσκεύω
εσύ μουσκεύεις
αυτός / αυτή / αυτό μουσκεύει
εμείς μουσκεύουμε
εσείς μουσκεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά μουσκεύουν
Παρατατικός
εγώ μούσκευα
εσύ μούσκευες
αυτός / αυτή / αυτό μούσκευε
εμείς μουσκεύαμε
εσείς μουσκεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά μούσκευαν
Αόριστος
εγώ μούσκεψα
εσύ μούσκεψες
αυτός / αυτή / αυτό μούσκεψε
εμείς μουσκέψαμε
εσείς μουσκέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά μούσκεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μουσκέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μουσκέψω
εσύ μουσκέψεις
αυτός / αυτή / αυτό μουσκέψει
εμείς μουσκέψουμε
εσείς μουσκέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά μουσκέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ μούσκευε
εσείς μουσκεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μούσκεψε
εσείς μουσκέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
μουσκέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μουσκεύομαι
εσύ μουσκεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό μουσκεύεται
εμείς μουσκευόμαστε
εσείς μουσκεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά μουσκεύονται
Παρατατικός
εγώ μουσκευόμουν
εσύ μουσκευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό μουσκευόταν
εμείς μουσκευόμασταν
εσείς μουσκευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά μουσκεύονταν
Αόριστος
εγώ μουσκεύτηκα
εσύ μουσκεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό μουσκεύτηκε
εμείς μουσκευτήκαμε
εσείς μουσκευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά μουσκεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μουσκευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μουσκευτώ
εσύ μουσκευτείς
αυτός / αυτή / αυτό μουσκευτεί
εμείς μουσκευτούμε
εσείς μουσκευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά μουσκευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς μουσκεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μουσκέψου
εσείς μουσκευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
μουσκευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary