HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← μουλιάζω — definition

Conjugation of μουλιάζω

Regular CEFR B2
muˈʎa.zo

βάζω κάτι σε υγρό, συνήθως για να μαλακώσει Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μουλιάζω
εσύ μουλιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό μουλιάζει
εμείς μουλιάζουμε
εσείς μουλιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά μουλιάζουν
Παρατατικός
εγώ μούλιαζα
εσύ μούλιαζες
αυτός / αυτή / αυτό μούλιαζε
εμείς μουλιάζαμε
εσείς μουλιάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά μούλιαζαν
Αόριστος
εγώ μούλιασα
εσύ μούλιασες
αυτός / αυτή / αυτό μούλιασε
εμείς μουλιάσαμε
εσείς μουλιάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά μούλιασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μουλιάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μουλιάσω
εσύ μουλιάσεις
αυτός / αυτή / αυτό μουλιάσει
εμείς μουλιάσουμε
εσείς μουλιάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά μουλιάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ μούλιαζε
εσείς μουλιάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μούλιασε
εσείς μουλιάστε
Απαρέμφατο αορίστου
μουλιάσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary