HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← μουγκρίζω — definition

Conjugation of μουγκρίζω

Regular CEFR B2
mu(ŋ)ˈɡɾi.zo

παράγω μια χαρακτηριστική φωνή, ένα παρατεταμένο μου, έναν μυκηθμό ή βρυχηθμό Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μουγκρίζω
εσύ μουγκρίζεις
αυτός / αυτή / αυτό μουγκρίζει
εμείς μουγκρίζουμε
εσείς μουγκρίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά μουγκρίζουν
Παρατατικός
εγώ μούγκριζα
εσύ μούγκριζες
αυτός / αυτή / αυτό μούγκριζε
εμείς μουγκρίζαμε
εσείς μουγκρίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά μούγκριζαν
Αόριστος
εγώ μούγκρισα
εσύ μούγκρισες
αυτός / αυτή / αυτό μούγκρισε
εμείς μουγκρίσαμε
εσείς μουγκρίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά μούγκρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μουγκρίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μουγκρίσω
εσύ μουγκρίσεις
αυτός / αυτή / αυτό μουγκρίσει
εμείς μουγκρίσουμε
εσείς μουγκρίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά μουγκρίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ μούγκριζε
εσείς μουγκρίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μούγκρισε
εσείς μουγκρίστε
Απαρέμφατο αορίστου
μουγκρίσει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary