HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← μολογάω — definition

Conjugation of μολογάω

Regular CEFR B1
moloˈɣao

διηγούμαι, λέω κάτι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μολογάω
εσύ μολογάς
αυτός / αυτή / αυτό μολογάει
εμείς μολογάμε
εσείς μολογάτε
αυτοί / αυτές / αυτά μολογάνε
Παρατατικός
εγώ μολογούσα
εσύ μολογούσες
αυτός / αυτή / αυτό μολογούσε
εμείς μολογούσαμε
εσείς μολογούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά μολογούσαν
Αόριστος
εγώ μολόγησα
εσύ μολόγησες
αυτός / αυτή / αυτό μολόγησε
εμείς μολογήσαμε
εσείς μολογήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά μολόγησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μολογήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μολογήσω
εσύ μολογήσεις
αυτός / αυτή / αυτό μολογήσει
εμείς μολογήσουμε
εσείς μολογήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά μολογήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ μολόγα
εσείς μολογάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μολόγησε
εσείς μολογήστε
Απαρέμφατο αορίστου
μολογήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μολογιέμαι
εσύ μολογιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό μολογιέται
εμείς μολογιόμαστε
εσείς μολογιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά μολογιούνται
Παρατατικός
εγώ μολογιόμουν
εσύ μολογιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό μολογιόταν
εμείς μολογιόμασταν
εσείς μολογιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά μολογιόνταν
Αόριστος
εγώ μολογήθηκα
εσύ μολογήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό μολογήθηκε
εμείς μολογηθήκαμε
εσείς μολογηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά μολογήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μολογηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μολογηθώ
εσύ μολογηθείς
αυτός / αυτή / αυτό μολογηθεί
εμείς μολογηθούμε
εσείς μολογηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά μολογηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς μολογιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μολογήσου
εσείς μολογηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
μολογηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary