HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← μοιράζω — definition

Conjugation of μοιράζω

Regular CEFR C2
miˈɾa.zo

διαιρώ κάτι σε κομμάτια και τα δίνω σε διαφορετικούς ανθρώπους (πιθανόν να παίρνω κι εγώ μερίδιο) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μοιράζω
εσύ μοιράζεις
αυτός / αυτή / αυτό μοιράζει
εμείς μοιράζουμε
εσείς μοιράζετε
αυτοί / αυτές / αυτά μοιράζουν
Παρατατικός
εγώ μοίραζα
εσύ μοίραζες
αυτός / αυτή / αυτό μοίραζε
εμείς μοιράζαμε
εσείς μοιράζατε
αυτοί / αυτές / αυτά μοίραζαν
Αόριστος
εγώ μοίρασα
εσύ μοίρασες
αυτός / αυτή / αυτό μοίρασε
εμείς μοιράσαμε
εσείς μοιράσατε
αυτοί / αυτές / αυτά μοίρασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μοιράσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μοιράσω
εσύ μοιράσεις
αυτός / αυτή / αυτό μοιράσει
εμείς μοιράσουμε
εσείς μοιράσετε
αυτοί / αυτές / αυτά μοιράσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ μοίραζε
εσείς μοιράζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μοίρασε
εσείς μοιράστε
Απαρέμφατο αορίστου
μοιράσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μοιράζομαι
εσύ μοιράζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό μοιράζεται
εμείς μοιραζόμαστε
εσείς μοιράζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά μοιράζονται
Παρατατικός
εγώ μοιραζόμουν
εσύ μοιραζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό μοιραζόταν
εμείς μοιραζόμασταν
εσείς μοιραζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά μοιράζονταν
Αόριστος
εγώ μοιράστηκα
εσύ μοιράστηκες
αυτός / αυτή / αυτό μοιράστηκε
εμείς μοιραστήκαμε
εσείς μοιραστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά μοιράστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μοιραστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μοιραστώ
εσύ μοιραστείς
αυτός / αυτή / αυτό μοιραστεί
εμείς μοιραστούμε
εσείς μοιραστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά μοιραστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς μοιράζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μοιράσου
εσείς μοιραστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
μοιραστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary