Conjugation of μοιάζω
ˈmɲazo(γ΄ενικό) μοιάζει να... : δίνει την εντύπωση, φαίνεται να... Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μοιάζω |
| εσύ | μοιάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μοιάζει |
| εμείς | μοιάζουμε |
| εσείς | μοιάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μοιάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | έμοιαζα |
| εσύ | έμοιαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έμοιαζε |
| εμείς | μοιάζαμε |
| εσείς | μοιάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έμοιαζαν |
Αόριστος
| εγώ | έμοιασα |
| εσύ | έμοιασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | έμοιασε |
| εμείς | μοιάσαμε |
| εσείς | μοιάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | έμοιασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μοιάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μοιάσω |
| εσύ | μοιάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μοιάσει |
| εμείς | μοιάσουμε |
| εσείς | μοιάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μοιάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | μοιάζε |
| εσείς | μοιάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μοιάσε |
| εσείς | μοιάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μοιάσει |