HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← μισώ — definition

Conjugation of μισώ

Regular CEFR A2
miˈso

νιώθω μίσος για κάποιον ή κάτι, έχω εχθρική διάθεση εναντίον ενός ανθρώπου ή κατάστασης Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μισώ
εσύ μισείς
αυτός / αυτή / αυτό μισεί
εμείς μισούμε
εσείς μισείτε
αυτοί / αυτές / αυτά μισούν
Παρατατικός
εγώ μισούσα
εσύ μισούσες
αυτός / αυτή / αυτό μισούσε
εμείς μισούσαμε
εσείς μισούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά μισούσαν
Αόριστος
εγώ μίσησα
εσύ μίσησες
αυτός / αυτή / αυτό μίσησε
εμείς μισήσαμε
εσείς μισήσατε
αυτοί / αυτές / αυτά μίσησαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μισήσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μισήσω
εσύ μισήσεις
αυτός / αυτή / αυτό μισήσει
εμείς μισήσουμε
εσείς μισήσετε
αυτοί / αυτές / αυτά μισήσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς μισείτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μίσησε
εσείς μισήστε
Απαρέμφατο αορίστου
μισήσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μισούμαι - μισιέμαι
εσύ μισείσαι - μισιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό μισείται - μισιέται
εμείς μισούμαστε - μισιόμαστε
εσείς μισείστε - μισιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά μισούνται - μισιούνται
Παρατατικός
εγώ [μισούμουν] - μισιόμουν
εσύ [μισούσουν] - μισιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό μισούνταν
εμείς μισούμασταν
εσείς [μισούσασταν, (‑ούσαστε)] - μισιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά μισούνταν
Αόριστος
εγώ μισήθηκα
εσύ μισήθηκες
αυτός / αυτή / αυτό μισήθηκε
εμείς μισηθήκαμε
εσείς μισηθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά μισήθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μισηθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μισηθώ
εσύ μισηθείς
αυτός / αυτή / αυτό μισηθεί
εμείς μισηθούμε
εσείς μισηθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά μισηθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς μισείστε - μισιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μισήσου
εσείς μισηθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
μισηθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary