Conjugation of μισώ
/miˈso/νιώθω μίσος για κάποιον ή κάτι, έχω εχθρική διάθεση εναντίον ενός ανθρώπου ή κατάστασης Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μισώ |
| εσύ | μισείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | μισεί |
| εμείς | μισούμε |
| εσείς | μισείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μισούν |
Παρατατικός
| εγώ | μισούσα |
| εσύ | μισούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μισούσε |
| εμείς | μισούσαμε |
| εσείς | μισούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μισούσαν |
Αόριστος
| εγώ | μίσησα |
| εσύ | μίσησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μίσησε |
| εμείς | μισήσαμε |
| εσείς | μισήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μίσησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μισήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μισήσω |
| εσύ | μισήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μισήσει |
| εμείς | μισήσουμε |
| εσείς | μισήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μισήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | μισείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μίσησε |
| εσείς | μισήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μισήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μισούμαι - μισιέμαι |
| εσύ | μισείσαι - μισιέσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | μισείται - μισιέται |
| εμείς | μισούμαστε - μισιόμαστε |
| εσείς | μισείστε - μισιέστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μισούνται - μισιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | [μισούμουν] - μισιόμουν |
| εσύ | [μισούσουν] - μισιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | μισούνταν |
| εμείς | μισούμασταν |
| εσείς | [μισούσασταν, (‑ούσαστε)] - μισιόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μισούνταν |
Αόριστος
| εγώ | μισήθηκα |
| εσύ | μισήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μισήθηκε |
| εμείς | μισηθήκαμε |
| εσείς | μισηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μισήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μισηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μισηθώ |
| εσύ | μισηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | μισηθεί |
| εμείς | μισηθούμε |
| εσείς | μισηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μισηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | μισείστε - μισιέστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μισήσου |
| εσείς | μισηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μισηθεί |