HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← μισθώνω — definition

Conjugation of μισθώνω

Regular CEFR B1
miˈsθono

καταβάλλω μίσθωμα ως ενοικιαστής για κινητή ή ακίνητη περιουσία, προκειμένου να μπορώ να την χρησιμοποιήσω για δικές μου ανάγκες εργασίας ή κατοικίας κ.λπ. Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μισθώνω
εσύ μισθώνεις
αυτός / αυτή / αυτό μισθώνει
εμείς μισθώνουμε
εσείς μισθώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά μισθώνουν
Παρατατικός
εγώ μίσθωνα
εσύ μίσθωνες
αυτός / αυτή / αυτό μίσθωνε
εμείς μισθώναμε
εσείς μισθώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά μίσθωναν
Αόριστος
εγώ μίσθωσα
εσύ μίσθωσες
αυτός / αυτή / αυτό μίσθωσε
εμείς μισθώσαμε
εσείς μισθώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά μίσθωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μισθώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μισθώσω
εσύ μισθώσεις
αυτός / αυτή / αυτό μισθώσει
εμείς μισθώσουμε
εσείς μισθώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά μισθώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ μίσθωνε
εσείς μισθώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μίσθωσε
εσείς μισθώστε
Απαρέμφατο αορίστου
μισθώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μισθώνομαι
εσύ μισθώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό μισθώνεται
εμείς μισθωνόμαστε
εσείς μισθώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά μισθώνονται
Παρατατικός
εγώ μισθωνόμουν
εσύ μισθωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό μισθωνόταν
εμείς μισθωνόμασταν
εσείς μισθωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά μισθώνονταν
Αόριστος
εγώ μισθώθηκα
εσύ μισθώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό μισθώθηκε
εμείς μισθωθήκαμε
εσείς μισθωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά μισθώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μισθωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μισθωθώ
εσύ μισθωθείς
αυτός / αυτή / αυτό μισθωθεί
εμείς μισθωθούμε
εσείς μισθωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά μισθωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς μισθώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μισθώσου
εσείς μισθωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
μισθωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary