Conjugation of μικραίνω
miˈkɾe.noγίνομαι ή φαίνομαι μικρότερος (ή νεότερος) Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μικραίνω |
| εσύ | μικραίνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μικραίνει |
| εμείς | μικραίνουμε |
| εσείς | μικραίνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μικραίνουν |
Παρατατικός
| εγώ | μίκραινα |
| εσύ | μίκραινες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μίκραινε |
| εμείς | μικραίναμε |
| εσείς | μικραίνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μίκραιναν |
Αόριστος
| εγώ | μίκρυνα |
| εσύ | μίκρυνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μίκρυνε |
| εμείς | μικρύναμε |
| εσείς | μικρύνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μίκρυναν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μικρύνω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μικρύνω |
| εσύ | μικρύνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μικρύνει |
| εμείς | μικρύνουμε |
| εσείς | μικρύνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μικρύνουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | μίκραινε |
| εσείς | μικραίνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μίκρυνε |
| εσείς | μικρύντε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μικρύνει |