HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← μικραίνω — definition

Conjugation of μικραίνω

Regular CEFR B2
miˈkɾe.no

γίνομαι ή φαίνομαι μικρότερος (ή νεότερος) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μικραίνω
εσύ μικραίνεις
αυτός / αυτή / αυτό μικραίνει
εμείς μικραίνουμε
εσείς μικραίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά μικραίνουν
Παρατατικός
εγώ μίκραινα
εσύ μίκραινες
αυτός / αυτή / αυτό μίκραινε
εμείς μικραίναμε
εσείς μικραίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά μίκραιναν
Αόριστος
εγώ μίκρυνα
εσύ μίκρυνες
αυτός / αυτή / αυτό μίκρυνε
εμείς μικρύναμε
εσείς μικρύνατε
αυτοί / αυτές / αυτά μίκρυναν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μικρύνω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μικρύνω
εσύ μικρύνεις
αυτός / αυτή / αυτό μικρύνει
εμείς μικρύνουμε
εσείς μικρύνετε
αυτοί / αυτές / αυτά μικρύνουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ μίκραινε
εσείς μικραίνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μίκρυνε
εσείς μικρύντε
Απαρέμφατο αορίστου
μικρύνει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary