Conjugation of μηνύω
miˈni.oκάποιος (όχι το θύμα) αναγγέλλει στον εισαγγελέα ή στις αστυνομικές αρχές την τέλεση ενός εγκλήματος Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μηνύω |
| εσύ | μηνύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μηνύει |
| εμείς | μηνύουμε |
| εσείς | μηνύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μηνύουν |
Παρατατικός
| εγώ | μήνυα |
| εσύ | μήνυες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μήνυε |
| εμείς | μηνύαμε |
| εσείς | μηνύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μήνυαν |
Αόριστος
| εγώ | μήνυσα |
| εσύ | μήνυσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μήνυσε |
| εμείς | μηνύσαμε |
| εσείς | μηνύσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μήνυσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μηνύσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μηνύσω |
| εσύ | μηνύσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μηνύσει |
| εμείς | μηνύσουμε |
| εσείς | μηνύσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μηνύσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | μήνυε |
| εσείς | μηνύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μήνυσε |
| εσείς | μηνύστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μηνύσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μηνύομαι |
| εσύ | μηνύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | μηνύεται |
| εμείς | μηνυόμαστε |
| εσείς | μηνύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μηνύονται |
Παρατατικός
| εγώ | μηνυόμουν |
| εσύ | μηνυόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | μηνυόταν |
| εμείς | μηνυόμασταν |
| εσείς | μηνυόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μηνύονταν |
Αόριστος
| εγώ | μηνύθηκα |
| εσύ | μηνύθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μηνύθηκε |
| εμείς | μηνυθήκαμε |
| εσείς | μηνυθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μηνύθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μηνυθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μηνυθώ |
| εσύ | μηνυθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | μηνυθεί |
| εμείς | μηνυθούμε |
| εσείς | μηνυθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μηνυθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | μηνύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μηνύσου |
| εσείς | μηνυθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μηνυθεί |