HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← μηνύω — definition

Conjugation of μηνύω

Regular CEFR B1
miˈni.o

κάποιος (όχι το θύμα) αναγγέλλει στον εισαγγελέα ή στις αστυνομικές αρχές την τέλεση ενός εγκλήματος Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μηνύω
εσύ μηνύεις
αυτός / αυτή / αυτό μηνύει
εμείς μηνύουμε
εσείς μηνύετε
αυτοί / αυτές / αυτά μηνύουν
Παρατατικός
εγώ μήνυα
εσύ μήνυες
αυτός / αυτή / αυτό μήνυε
εμείς μηνύαμε
εσείς μηνύατε
αυτοί / αυτές / αυτά μήνυαν
Αόριστος
εγώ μήνυσα
εσύ μήνυσες
αυτός / αυτή / αυτό μήνυσε
εμείς μηνύσαμε
εσείς μηνύσατε
αυτοί / αυτές / αυτά μήνυσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μηνύσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μηνύσω
εσύ μηνύσεις
αυτός / αυτή / αυτό μηνύσει
εμείς μηνύσουμε
εσείς μηνύσετε
αυτοί / αυτές / αυτά μηνύσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ μήνυε
εσείς μηνύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μήνυσε
εσείς μηνύστε
Απαρέμφατο αορίστου
μηνύσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μηνύομαι
εσύ μηνύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό μηνύεται
εμείς μηνυόμαστε
εσείς μηνύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά μηνύονται
Παρατατικός
εγώ μηνυόμουν
εσύ μηνυόσουν
αυτός / αυτή / αυτό μηνυόταν
εμείς μηνυόμασταν
εσείς μηνυόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά μηνύονταν
Αόριστος
εγώ μηνύθηκα
εσύ μηνύθηκες
αυτός / αυτή / αυτό μηνύθηκε
εμείς μηνυθήκαμε
εσείς μηνυθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά μηνύθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μηνυθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μηνυθώ
εσύ μηνυθείς
αυτός / αυτή / αυτό μηνυθεί
εμείς μηνυθούμε
εσείς μηνυθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά μηνυθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς μηνύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μηνύσου
εσείς μηνυθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
μηνυθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary