HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← μετονομάζω — definition

Conjugation of μετονομάζω

Regular CEFR B2
me.to.noˈma.zo

δίνω καινούργιο όνομα σε κάποιον ή κάτι, αλλάζω το όνομά του Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μετονομάζω
εσύ μετονομάζεις
αυτός / αυτή / αυτό μετονομάζει
εμείς μετονομάζουμε
εσείς μετονομάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά μετονομάζουν
Παρατατικός
εγώ μετονόμαζα
εσύ μετονόμαζες
αυτός / αυτή / αυτό μετονόμαζε
εμείς μετονομάζαμε
εσείς μετονομάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά μετονόμαζαν
Αόριστος
εγώ μετονόμασα
εσύ μετονόμασες
αυτός / αυτή / αυτό μετονόμασε
εμείς μετονομάσαμε
εσείς μετονομάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά μετονόμασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μετονομάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μετονομάσω
εσύ μετονομάσεις
αυτός / αυτή / αυτό μετονομάσει
εμείς μετονομάσουμε
εσείς μετονομάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά μετονομάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ μετονόμαζε
εσείς μετονομάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μετονόμασε
εσείς μετονομάστε
Απαρέμφατο αορίστου
— μετονομάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μετονομάζομαι
εσύ μετονομάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό μετονομάζεται
εμείς μετονομαζόμαστε
εσείς μετονομάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά μετονομάζονται
Παρατατικός
εγώ μετονομαζόμουν
εσύ μετονομαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό μετονομαζόταν
εμείς μετονομαζόμασταν
εσείς μετονομαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά μετονομάζονταν
Αόριστος
εγώ μετονομάστηκα
εσύ μετονομάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό μετονομάστηκε
εμείς μετονομαστήκαμε
εσείς μετονομαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά μετονομάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μετονομαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μετονομαστώ
εσύ μετονομαστείς
αυτός / αυτή / αυτό μετονομαστεί
εμείς μετονομαστούμε
εσείς μετονομαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά μετονομαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς μετονομάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μετονομάσου
εσείς μετονομαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
— μετονομαστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary