Conjugation of μετονομάζω
me.to.noˈma.zoδίνω καινούργιο όνομα σε κάποιον ή κάτι, αλλάζω το όνομά του Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μετονομάζω |
| εσύ | μετονομάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μετονομάζει |
| εμείς | μετονομάζουμε |
| εσείς | μετονομάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μετονομάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | μετονόμαζα |
| εσύ | μετονόμαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μετονόμαζε |
| εμείς | μετονομάζαμε |
| εσείς | μετονομάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μετονόμαζαν |
Αόριστος
| εγώ | μετονόμασα |
| εσύ | μετονόμασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μετονόμασε |
| εμείς | μετονομάσαμε |
| εσείς | μετονομάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μετονόμασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μετονομάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μετονομάσω |
| εσύ | μετονομάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μετονομάσει |
| εμείς | μετονομάσουμε |
| εσείς | μετονομάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μετονομάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | μετονόμαζε |
| εσείς | μετονομάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μετονόμασε |
| εσείς | μετονομάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μετονομάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μετονομάζομαι |
| εσύ | μετονομάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | μετονομάζεται |
| εμείς | μετονομαζόμαστε |
| εσείς | μετονομάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μετονομάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | μετονομαζόμουν |
| εσύ | μετονομαζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | μετονομαζόταν |
| εμείς | μετονομαζόμασταν |
| εσείς | μετονομαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μετονομάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | μετονομάστηκα |
| εσύ | μετονομάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μετονομάστηκε |
| εμείς | μετονομαστήκαμε |
| εσείς | μετονομαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μετονομάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μετονομαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μετονομαστώ |
| εσύ | μετονομαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | μετονομαστεί |
| εμείς | μετονομαστούμε |
| εσείς | μετονομαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μετονομαστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | μετονομάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μετονομάσου |
| εσείς | μετονομαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μετονομαστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.