Conjugation of μεταφράζω
me.taˈfɾa.zoμεταφέρω προφορικό ή γραπτό λόγο σε άλλη γλώσσα ή σε μορφή διαφορετική από την αρχική Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μεταφράζω |
| εσύ | μεταφράζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μεταφράζει |
| εμείς | μεταφράζουμε |
| εσείς | μεταφράζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μεταφράζουν |
Παρατατικός
| εγώ | μετέφραζα |
| εσύ | μετέφραζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μετέφραζε |
| εμείς | μεταφράζαμε |
| εσείς | μεταφράζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μετέφραζαν |
Αόριστος
| εγώ | μετέφρασα |
| εσύ | μετέφρασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μετέφρασε |
| εμείς | μεταφράσαμε |
| εσείς | μεταφράσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μετέφρασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μεταφράσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μεταφράσω |
| εσύ | μεταφράσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μεταφράσει |
| εμείς | μεταφράσουμε |
| εσείς | μεταφράσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μεταφράσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | μετάφραζε |
| εσείς | μεταφράζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μετάφρασε |
| εσείς | μεταφράστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μεταφράσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μεταφράζομαι |
| εσύ | μεταφράζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | μεταφράζεται |
| εμείς | μεταφραζόμαστε |
| εσείς | μεταφράζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μεταφράζονται |
Παρατατικός
| εγώ | μεταφραζόμουν |
| εσύ | μεταφραζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | μεταφραζόταν |
| εμείς | μεταφραζόμασταν |
| εσείς | μεταφραζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μεταφράζονταν |
Αόριστος
| εγώ | μεταφράστηκα |
| εσύ | μεταφράστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μεταφράστηκε |
| εμείς | μεταφραστήκαμε |
| εσείς | μεταφραστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μεταφράστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μεταφραστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μεταφραστώ |
| εσύ | μεταφραστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | μεταφραστεί |
| εμείς | μεταφραστούμε |
| εσείς | μεταφραστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μεταφραστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | μεταφράζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μεταφράσου |
| εσείς | μεταφραστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μεταφραστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.