HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← μεταφράζω — definition

Conjugation of μεταφράζω

Regular CEFR C2
me.taˈfɾa.zo

μεταφέρω προφορικό ή γραπτό λόγο σε άλλη γλώσσα ή σε μορφή διαφορετική από την αρχική Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μεταφράζω
εσύ μεταφράζεις
αυτός / αυτή / αυτό μεταφράζει
εμείς μεταφράζουμε
εσείς μεταφράζετε
αυτοί / αυτές / αυτά μεταφράζουν
Παρατατικός
εγώ μετέφραζα
εσύ μετέφραζες
αυτός / αυτή / αυτό μετέφραζε
εμείς μεταφράζαμε
εσείς μεταφράζατε
αυτοί / αυτές / αυτά μετέφραζαν
Αόριστος
εγώ μετέφρασα
εσύ μετέφρασες
αυτός / αυτή / αυτό μετέφρασε
εμείς μεταφράσαμε
εσείς μεταφράσατε
αυτοί / αυτές / αυτά μετέφρασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μεταφράσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μεταφράσω
εσύ μεταφράσεις
αυτός / αυτή / αυτό μεταφράσει
εμείς μεταφράσουμε
εσείς μεταφράσετε
αυτοί / αυτές / αυτά μεταφράσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ μετάφραζε
εσείς μεταφράζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μετάφρασε
εσείς μεταφράστε
Απαρέμφατο αορίστου
μεταφράσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μεταφράζομαι
εσύ μεταφράζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό μεταφράζεται
εμείς μεταφραζόμαστε
εσείς μεταφράζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά μεταφράζονται
Παρατατικός
εγώ μεταφραζόμουν
εσύ μεταφραζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό μεταφραζόταν
εμείς μεταφραζόμασταν
εσείς μεταφραζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά μεταφράζονταν
Αόριστος
εγώ μεταφράστηκα
εσύ μεταφράστηκες
αυτός / αυτή / αυτό μεταφράστηκε
εμείς μεταφραστήκαμε
εσείς μεταφραστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά μεταφράστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μεταφραστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μεταφραστώ
εσύ μεταφραστείς
αυτός / αυτή / αυτό μεταφραστεί
εμείς μεταφραστούμε
εσείς μεταφραστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά μεταφραστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς μεταφράζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μεταφράσου
εσείς μεταφραστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
μεταφραστεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary