HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← μεταφέρω — definition

Conjugation of μεταφέρω

Regular CEFR B2
me.taˈfe.ɾo

μετακινώ κάτι ή κάποιον από έναν τόπο σε άλλο ή από ένα σημείο σε άλλο, κυριολεκτικά ή νοερά Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μεταφέρω
εσύ μεταφέρεις
αυτός / αυτή / αυτό μεταφέρει
εμείς μεταφέρουμε
εσείς μεταφέρετε
αυτοί / αυτές / αυτά μεταφέρουν
Παρατατικός
εγώ μετέφερα
εσύ μετέφερες
αυτός / αυτή / αυτό μετέφερε
εμείς μεταφέραμε
εσείς μεταφέρατε
αυτοί / αυτές / αυτά μετέφεραν
Αόριστος
εγώ μετέφερα
εσύ μετέφερες
αυτός / αυτή / αυτό μετέφερε
εμείς μεταφέραμε
εσείς μεταφέρατε
αυτοί / αυτές / αυτά μετέφεραν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μεταφέρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μεταφέρω
εσύ μεταφέρεις
αυτός / αυτή / αυτό μεταφέρει
εμείς μεταφέρουμε
εσείς μεταφέρετε
αυτοί / αυτές / αυτά μεταφέρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ μετάφερε
εσείς μεταφέρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μετάφερε
εσείς μεταφέρετε
Απαρέμφατο αορίστου
μεταφέρει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μεταφέρομαι
εσύ μεταφέρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό μεταφέρεται
εμείς μεταφερόμαστε
εσείς μεταφέρεστε
αυτοί / αυτές / αυτά μεταφέρονται
Παρατατικός
εγώ μεταφερόμουν
εσύ μεταφερόσουν
αυτός / αυτή / αυτό μεταφερόταν
εμείς μεταφερόμασταν
εσείς μεταφερόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά μεταφέρονταν
Αόριστος
εγώ μεταφέρθηκα
εσύ μεταφέρθηκες
αυτός / αυτή / αυτό μεταφέρθηκε
εμείς μεταφερθήκαμε
εσείς μεταφερθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά μεταφέρθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μεταφερθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μεταφερθώ
εσύ μεταφερθείς
αυτός / αυτή / αυτό μεταφερθεί
εμείς μεταφερθούμε
εσείς μεταφερθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά μεταφερθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς μεταφέρεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς μεταφερθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
μεταφερθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary