HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← μετατρέπω — definition

Conjugation of μετατρέπω

Regular CEFR B2
me.taˈtɾe.po

αλλάζω κάτι σε κάτι άλλο, το μεταβάλλω Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μετατρέπω
εσύ μετατρέπεις
αυτός / αυτή / αυτό μετατρέπει
εμείς μετατρέπουμε
εσείς μετατρέπετε
αυτοί / αυτές / αυτά μετατρέπουν
Παρατατικός
εγώ μετέτρεπα
εσύ μετέτρεπες
αυτός / αυτή / αυτό μετέτρεπε
εμείς μετατρέπαμε
εσείς μετατρέπατε
αυτοί / αυτές / αυτά μετέτρεπαν
Αόριστος
εγώ μετέτρεψα
εσύ μετέτρεψες
αυτός / αυτή / αυτό μετέτρεψε
εμείς μετατρέψαμε
εσείς μετατρέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά μετέτρεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μετατρέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μετατρέψω
εσύ μετατρέψεις
αυτός / αυτή / αυτό μετατρέψει
εμείς μετατρέψουμε
εσείς μετατρέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά μετατρέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ μετάτρεπε
εσείς μετατρέπετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μετάτρεψε
εσείς μετατρέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
μετατρέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μετατρέπομαι
εσύ μετατρέπεσαι
αυτός / αυτή / αυτό μετατρέπεται
εμείς μετατρεπόμαστε
εσείς μετατρέπεστε
αυτοί / αυτές / αυτά μετατρέπονται
Παρατατικός
εγώ μετατρεπόμουν
εσύ μετατρεπόσουν
αυτός / αυτή / αυτό μετατρεπόταν
εμείς μετατρεπόμασταν
εσείς μετατρεπόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά μετατρέπονταν
Αόριστος
εγώ μετατράπηκα
εσύ μετατράπηκες
αυτός / αυτή / αυτό μετατράπηκε
εμείς μετατραπήκαμε
εσείς μετατραπήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά μετατράπηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μετατραπώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μετατραπώ
εσύ μετατραπείς
αυτός / αυτή / αυτό μετατραπεί
εμείς μετατραπούμε
εσείς μετατραπείτε
αυτοί / αυτές / αυτά μετατραπούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς μετατρέπεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μετατρέψου
εσείς μετατραπείτε
Απαρέμφατο αορίστου
μετατραπεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary