Conjugation of μετατρέπω
me.taˈtɾe.poαλλάζω κάτι σε κάτι άλλο, το μεταβάλλω Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μετατρέπω |
| εσύ | μετατρέπεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μετατρέπει |
| εμείς | μετατρέπουμε |
| εσείς | μετατρέπετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μετατρέπουν |
Παρατατικός
| εγώ | μετέτρεπα |
| εσύ | μετέτρεπες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μετέτρεπε |
| εμείς | μετατρέπαμε |
| εσείς | μετατρέπατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μετέτρεπαν |
Αόριστος
| εγώ | μετέτρεψα |
| εσύ | μετέτρεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μετέτρεψε |
| εμείς | μετατρέψαμε |
| εσείς | μετατρέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μετέτρεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μετατρέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μετατρέψω |
| εσύ | μετατρέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μετατρέψει |
| εμείς | μετατρέψουμε |
| εσείς | μετατρέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μετατρέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | μετάτρεπε |
| εσείς | μετατρέπετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μετάτρεψε |
| εσείς | μετατρέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μετατρέψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μετατρέπομαι |
| εσύ | μετατρέπεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | μετατρέπεται |
| εμείς | μετατρεπόμαστε |
| εσείς | μετατρέπεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μετατρέπονται |
Παρατατικός
| εγώ | μετατρεπόμουν |
| εσύ | μετατρεπόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | μετατρεπόταν |
| εμείς | μετατρεπόμασταν |
| εσείς | μετατρεπόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μετατρέπονταν |
Αόριστος
| εγώ | μετατράπηκα |
| εσύ | μετατράπηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μετατράπηκε |
| εμείς | μετατραπήκαμε |
| εσείς | μετατραπήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μετατράπηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μετατραπώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μετατραπώ |
| εσύ | μετατραπείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | μετατραπεί |
| εμείς | μετατραπούμε |
| εσείς | μετατραπείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μετατραπούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | μετατρέπεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μετατρέψου |
| εσείς | μετατραπείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μετατραπεί |