Conjugation of μετατοπίζω
me.ta.toˈpi.zoτοποθετώ σε άλλο σημείο, αλλάζω τη θέση Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μετατοπίζω |
| εσύ | μετατοπίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μετατοπίζει |
| εμείς | μετατοπίζουμε |
| εσείς | μετατοπίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μετατοπίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | μετατόπιζα |
| εσύ | μετατόπιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μετατόπιζε |
| εμείς | μετατοπίζαμε |
| εσείς | μετατοπίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μετατόπιζαν |
Αόριστος
| εγώ | μετατόπισα |
| εσύ | μετατόπισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μετατόπισε |
| εμείς | μετατοπίσαμε |
| εσείς | μετατοπίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μετατόπισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μετατοπίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μετατοπίσω |
| εσύ | μετατοπίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μετατοπίσει |
| εμείς | μετατοπίσουμε |
| εσείς | μετατοπίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μετατοπίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | μετατόπιζε |
| εσείς | μετατοπίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μετατόπισε |
| εσείς | μετατοπίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μετατοπίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μετατοπίζομαι |
| εσύ | μετατοπίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | μετατοπίζεται |
| εμείς | μετατοπιζόμαστε |
| εσείς | μετατοπίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μετατοπίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | μετατοπιζόμουν |
| εσύ | μετατοπιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | μετατοπιζόταν |
| εμείς | μετατοπιζόμασταν |
| εσείς | μετατοπιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μετατοπίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | μετατοπίστηκα |
| εσύ | μετατοπίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μετατοπίστηκε |
| εμείς | μετατοπιστήκαμε |
| εσείς | μετατοπιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μετατοπίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μετατοπιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μετατοπιστώ |
| εσύ | μετατοπιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | μετατοπιστεί |
| εμείς | μετατοπιστούμε |
| εσείς | μετατοπιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μετατοπιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | μετατοπίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μετατοπίσου |
| εσείς | μετατοπιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μετατοπιστεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.