Conjugation of μετέχω
meˈtexoπαίρνω μέρος σε κάτι, είμαι μέτοχος ή έχω μερίδιο σε κάτι Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μετέχω |
| εσύ | μετέχεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μετέχει |
| εμείς | μετέχουμε |
| εσείς | μετέχετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μετέχουν |
Παρατατικός
| εγώ | μετείχα |
| εσύ | μετείχες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μετείχε |
| εμείς | μετέχαμε |
| εσείς | μετέχατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μετείχαν[ε] |
Αόριστος
| εγώ | μετείχα |
| εσύ | μετείχες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μετείχε |
| εμείς | μετείχαμε |
| εσείς | μετείχατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μετείχαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μετάσχω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μετάσχω |
| εσύ | μετάσχεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μετάσχει |
| εμείς | μετάσχουμε |
| εσείς | μετάσχετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μετάσχουν[ε] |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | μετέχετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσείς | μετάσχτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μετάσχει |