HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← μετέχω — definition

Conjugation of μετέχω

Regular CEFR B1
meˈtexo

παίρνω μέρος σε κάτι, είμαι μέτοχος ή έχω μερίδιο σε κάτι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μετέχω
εσύ μετέχεις
αυτός / αυτή / αυτό μετέχει
εμείς μετέχουμε
εσείς μετέχετε
αυτοί / αυτές / αυτά μετέχουν
Παρατατικός
εγώ μετείχα
εσύ μετείχες
αυτός / αυτή / αυτό μετείχε
εμείς μετέχαμε
εσείς μετέχατε
αυτοί / αυτές / αυτά μετείχαν[ε]
Αόριστος
εγώ μετείχα
εσύ μετείχες
αυτός / αυτή / αυτό μετείχε
εμείς μετείχαμε
εσείς μετείχατε
αυτοί / αυτές / αυτά μετείχαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μετάσχω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μετάσχω
εσύ μετάσχεις
αυτός / αυτή / αυτό μετάσχει
εμείς μετάσχουμε
εσείς μετάσχετε
αυτοί / αυτές / αυτά μετάσχουν[ε]
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς μετέχετε
Προστακτική στιγμιαία
εσείς μετάσχτε
Απαρέμφατο αορίστου
μετάσχει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary