HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← μερεύω — definition

Conjugation of μερεύω

Regular CEFR B1
meˈɾe.vo

γίνομαι ήρεμος, ηρεμώ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μερεύω
εσύ μερεύεις
αυτός / αυτή / αυτό μερεύει
εμείς μερεύουμε
εσείς μερεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά μερεύουν
Παρατατικός
εγώ μέρευα
εσύ μέρευες
αυτός / αυτή / αυτό μέρευε
εμείς μερεύαμε
εσείς μερεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά μέρευαν
Αόριστος
εγώ μέρεψα
εσύ μέρεψες
αυτός / αυτή / αυτό μέρεψε
εμείς μερέψαμε
εσείς μερέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά μέρεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μερέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μερέψω
εσύ μερέψεις
αυτός / αυτή / αυτό μερέψει
εμείς μερέψουμε
εσείς μερέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά μερέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ μέρευε
εσείς μερεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μέρεψε
εσείς μερέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
μερέψει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary