Conjugation of μελοποιώ
me.lo.piˈoμετατρέπω ένα κείμενο σε τραγούδι προσθέτοντας τη μουσική στους στίχους Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μελοποιώ |
| εσύ | μελοποιείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | μελοποιεί |
| εμείς | μελοποιούμε |
| εσείς | μελοποιείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μελοποιούν |
Παρατατικός
| εγώ | μελοποιούσα |
| εσύ | μελοποιούσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μελοποιούσε |
| εμείς | μελοποιούσαμε |
| εσείς | μελοποιούσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μελοποιούσαν |
Αόριστος
| εγώ | μελοποίησα |
| εσύ | μελοποίησες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μελοποίησε |
| εμείς | μελοποιήσαμε |
| εσείς | μελοποιήσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μελοποίησαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μελοποιήσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μελοποιήσω |
| εσύ | μελοποιήσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μελοποιήσει |
| εμείς | μελοποιήσουμε |
| εσείς | μελοποιήσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μελοποιήσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | μελοποιείτε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μελοποίησε |
| εσείς | μελοποιήστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μελοποιήσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μελοποιούμαι |
| εσύ | μελοποιείσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | μελοποιείται |
| εμείς | μελοποιούμαστε |
| εσείς | μελοποιείστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μελοποιούνται |
Παρατατικός
| εγώ | μελοποιούμουν |
| εσύ | μελοποιόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | μελοποιούνταν |
| εμείς | μελοποιούμασταν |
| εσείς | [μελοποιούσασταν, (‑ούσαστε)] |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μελοποιούνταν |
Αόριστος
| εγώ | μελοποιήθηκα |
| εσύ | μελοποιήθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μελοποιήθηκε |
| εμείς | μελοποιηθήκαμε |
| εσείς | μελοποιηθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μελοποιήθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μελοποιηθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μελοποιηθώ |
| εσύ | μελοποιηθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | μελοποιηθεί |
| εμείς | μελοποιηθούμε |
| εσείς | μελοποιηθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μελοποιηθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | μελοποιείστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μελοποιήσου |
| εσείς | μελοποιηθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μελοποιηθεί |