Conjugation of μειώνω
miˈo.noκάνω κάτι μικρότερο σε μέγεθος ή σε αριθμό ή σε ένταση κλπ Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μειώνω |
| εσύ | μειώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μειώνει |
| εμείς | μειώνουμε |
| εσείς | μειώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μειώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | μείωνα |
| εσύ | μείωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μείωνε |
| εμείς | μειώναμε |
| εσείς | μειώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μείωναν |
Αόριστος
| εγώ | μείωσα |
| εσύ | μείωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μείωσε |
| εμείς | μειώσαμε |
| εσείς | μειώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μείωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μειώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μειώσω |
| εσύ | μειώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μειώσει |
| εμείς | μειώσουμε |
| εσείς | μειώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μειώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | μείωνε |
| εσείς | μειώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μείωσε |
| εσείς | μειώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μειώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μειώνομαι |
| εσύ | μειώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | μειώνεται |
| εμείς | μειωνόμαστε |
| εσείς | μειώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μειώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | μειωνόμουν |
| εσύ | μειωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | μειωνόταν |
| εμείς | μειωνόμασταν |
| εσείς | μειωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μειώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | μειώθηκα |
| εσύ | μειώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μειώθηκε |
| εμείς | μειωθήκαμε |
| εσείς | μειωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μειώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μειωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μειωθώ |
| εσύ | μειωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | μειωθεί |
| εμείς | μειωθούμε |
| εσείς | μειωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μειωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | μειώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μειώσου |
| εσείς | μειωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μειωθεί |