HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← μειώνω — definition

Conjugation of μειώνω

Regular CEFR B1
miˈo.no

κάνω κάτι μικρότερο σε μέγεθος ή σε αριθμό ή σε ένταση κλπ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μειώνω
εσύ μειώνεις
αυτός / αυτή / αυτό μειώνει
εμείς μειώνουμε
εσείς μειώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά μειώνουν
Παρατατικός
εγώ μείωνα
εσύ μείωνες
αυτός / αυτή / αυτό μείωνε
εμείς μειώναμε
εσείς μειώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά μείωναν
Αόριστος
εγώ μείωσα
εσύ μείωσες
αυτός / αυτή / αυτό μείωσε
εμείς μειώσαμε
εσείς μειώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά μείωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μειώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μειώσω
εσύ μειώσεις
αυτός / αυτή / αυτό μειώσει
εμείς μειώσουμε
εσείς μειώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά μειώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ μείωνε
εσείς μειώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μείωσε
εσείς μειώστε
Απαρέμφατο αορίστου
μειώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μειώνομαι
εσύ μειώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό μειώνεται
εμείς μειωνόμαστε
εσείς μειώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά μειώνονται
Παρατατικός
εγώ μειωνόμουν
εσύ μειωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό μειωνόταν
εμείς μειωνόμασταν
εσείς μειωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά μειώνονταν
Αόριστος
εγώ μειώθηκα
εσύ μειώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό μειώθηκε
εμείς μειωθήκαμε
εσείς μειωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά μειώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μειωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μειωθώ
εσύ μειωθείς
αυτός / αυτή / αυτό μειωθεί
εμείς μειωθούμε
εσείς μειωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά μειωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς μειώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μειώσου
εσείς μειωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
μειωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary