HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ματώνω — definition

Conjugation of ματώνω

Regular CEFR B1

προκαλώ σε ένα σημείο του σώματος (μικρή) αιμορραγία Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ματώνω
εσύ ματώνεις
αυτός / αυτή / αυτό ματώνει
εμείς ματώνουμε
εσείς ματώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά ματώνουν
Παρατατικός
εγώ μάτωνα
εσύ μάτωνες
αυτός / αυτή / αυτό μάτωνε
εμείς ματώναμε
εσείς ματώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά μάτωναν
Αόριστος
εγώ μάτωσα
εσύ μάτωσες
αυτός / αυτή / αυτό μάτωσε
εμείς ματώσαμε
εσείς ματώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά μάτωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ματώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ματώσω
εσύ ματώσεις
αυτός / αυτή / αυτό ματώσει
εμείς ματώσουμε
εσείς ματώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ματώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ μάτωνε
εσείς ματώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μάτωσε
εσείς ματώστε
Απαρέμφατο αορίστου
ματώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ματώνομαι
εσύ ματώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ματώνεται
εμείς ματωνόμαστε
εσείς ματώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ματώνονται
Παρατατικός
εγώ ματωνόμουν
εσύ ματωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ματωνόταν
εμείς ματωνόμασταν
εσείς ματωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ματώνονταν
Αόριστος
εγώ ματώθηκα
εσύ ματώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ματώθηκε
εμείς ματωθήκαμε
εσείς ματωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ματώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ματωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ματωθώ
εσύ ματωθείς
αυτός / αυτή / αυτό ματωθεί
εμείς ματωθούμε
εσείς ματωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ματωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ματώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ματώσου
εσείς ματωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ματωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary