Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ματοκυλίζω |
| εσύ | ματοκυλίζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ματοκυλίζει |
| εμείς | ματοκυλίζουμε |
| εσείς | ματοκυλίζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ματοκυλίζουν |
Παρατατικός
| εγώ | ματοκύλιζα |
| εσύ | ματοκύλιζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ματοκύλιζε |
| εμείς | ματοκυλίζαμε |
| εσείς | ματοκυλίζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ματοκύλιζαν |
Αόριστος
| εγώ | ματοκύλισα |
| εσύ | ματοκύλισες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ματοκύλισε |
| εμείς | ματοκυλίσαμε |
| εσείς | ματοκυλίσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ματοκύλισαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ματοκυλίσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ματοκυλίσω |
| εσύ | ματοκυλίσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ματοκυλίσει |
| εμείς | ματοκυλίσουμε |
| εσείς | ματοκυλίσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ματοκυλίσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ματοκύλιζε |
| εσείς | ματοκυλίζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ματοκύλισε |
| εσείς | ματοκυλίστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ματοκυλίσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ματοκυλίζομαι |
| εσύ | ματοκυλίζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ματοκυλίζεται |
| εμείς | ματοκυλιζόμαστε |
| εσείς | ματοκυλίζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ματοκυλίζονται |
Παρατατικός
| εγώ | ματοκυλιζόμουν |
| εσύ | ματοκυλιζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ματοκυλιζόταν |
| εμείς | ματοκυλιζόμασταν |
| εσείς | ματοκυλιζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ματοκυλίζονταν |
Αόριστος
| εγώ | ματοκυλίστηκα |
| εσύ | ματοκυλίστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ματοκυλίστηκε |
| εμείς | ματοκυλιστήκαμε |
| εσείς | ματοκυλιστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ματοκυλίστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ματοκυλιστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ματοκυλιστώ |
| εσύ | ματοκυλιστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ματοκυλιστεί |
| εμείς | ματοκυλιστούμε |
| εσείς | ματοκυλιστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ματοκυλιστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ματοκυλίζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ματοκυλίσου |
| εσείς | ματοκυλιστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ματοκυλιστεί |