HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ματοκυλίζω — definition

Conjugation of ματοκυλίζω

Regular CEFR B2
ma.to.ciˈli.zo

προκαλώ αιματοχυσία, αιματοκυλώ Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ματοκυλίζω
εσύ ματοκυλίζεις
αυτός / αυτή / αυτό ματοκυλίζει
εμείς ματοκυλίζουμε
εσείς ματοκυλίζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ματοκυλίζουν
Παρατατικός
εγώ ματοκύλιζα
εσύ ματοκύλιζες
αυτός / αυτή / αυτό ματοκύλιζε
εμείς ματοκυλίζαμε
εσείς ματοκυλίζατε
αυτοί / αυτές / αυτά ματοκύλιζαν
Αόριστος
εγώ ματοκύλισα
εσύ ματοκύλισες
αυτός / αυτή / αυτό ματοκύλισε
εμείς ματοκυλίσαμε
εσείς ματοκυλίσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ματοκύλισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ματοκυλίσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ματοκυλίσω
εσύ ματοκυλίσεις
αυτός / αυτή / αυτό ματοκυλίσει
εμείς ματοκυλίσουμε
εσείς ματοκυλίσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ματοκυλίσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ματοκύλιζε
εσείς ματοκυλίζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ματοκύλισε
εσείς ματοκυλίστε
Απαρέμφατο αορίστου
ματοκυλίσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ματοκυλίζομαι
εσύ ματοκυλίζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ματοκυλίζεται
εμείς ματοκυλιζόμαστε
εσείς ματοκυλίζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ματοκυλίζονται
Παρατατικός
εγώ ματοκυλιζόμουν
εσύ ματοκυλιζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ματοκυλιζόταν
εμείς ματοκυλιζόμασταν
εσείς ματοκυλιζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ματοκυλίζονταν
Αόριστος
εγώ ματοκυλίστηκα
εσύ ματοκυλίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ματοκυλίστηκε
εμείς ματοκυλιστήκαμε
εσείς ματοκυλιστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ματοκυλίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ματοκυλιστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ματοκυλιστώ
εσύ ματοκυλιστείς
αυτός / αυτή / αυτό ματοκυλιστεί
εμείς ματοκυλιστούμε
εσείς ματοκυλιστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ματοκυλιστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ματοκυλίζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ματοκυλίσου
εσείς ματοκυλιστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ματοκυλιστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary