Conjugation of ματιάζω
maˈtça.zoασκώ με μαγικό τρόπο κακή επίδραση πάνω σε κάποιον κοιτάζοντάς τον με φθόνο ή με θαυμασμό που υποκρύπτει φθόνο Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ματιάζω |
| εσύ | ματιάζεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ματιάζει |
| εμείς | ματιάζουμε |
| εσείς | ματιάζετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ματιάζουν |
Παρατατικός
| εγώ | μάτιαζα |
| εσύ | μάτιαζες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μάτιαζε |
| εμείς | ματιάζαμε |
| εσείς | ματιάζατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μάτιαζαν |
Αόριστος
| εγώ | μάτιασα |
| εσύ | μάτιασες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μάτιασε |
| εμείς | ματιάσαμε |
| εσείς | ματιάσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μάτιασαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ματιάσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ματιάσω |
| εσύ | ματιάσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ματιάσει |
| εμείς | ματιάσουμε |
| εσείς | ματιάσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ματιάσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | μάτιαζε |
| εσείς | ματιάζετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μάτιασε |
| εσείς | ματιάστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ματιάσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ματιάζομαι |
| εσύ | ματιάζεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ματιάζεται |
| εμείς | ματιαζόμαστε |
| εσείς | ματιάζεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ματιάζονται |
Παρατατικός
| εγώ | ματιαζόμουν |
| εσύ | ματιαζόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ματιαζόταν |
| εμείς | ματιαζόμασταν |
| εσείς | ματιαζόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ματιάζονταν |
Αόριστος
| εγώ | ματιάστηκα |
| εσύ | ματιάστηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ματιάστηκε |
| εμείς | ματιαστήκαμε |
| εσείς | ματιαστήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ματιάστηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ματιαστώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ματιαστώ |
| εσύ | ματιαστείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ματιαστεί |
| εμείς | ματιαστούμε |
| εσείς | ματιαστείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ματιαστούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ματιάζεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ματιάσου |
| εσείς | ματιαστείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ματιαστεί |