HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ματιάζω — definition

Conjugation of ματιάζω

Regular CEFR B1
maˈtça.zo

ασκώ με μαγικό τρόπο κακή επίδραση πάνω σε κάποιον κοιτάζοντάς τον με φθόνο ή με θαυμασμό που υποκρύπτει φθόνο Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ματιάζω
εσύ ματιάζεις
αυτός / αυτή / αυτό ματιάζει
εμείς ματιάζουμε
εσείς ματιάζετε
αυτοί / αυτές / αυτά ματιάζουν
Παρατατικός
εγώ μάτιαζα
εσύ μάτιαζες
αυτός / αυτή / αυτό μάτιαζε
εμείς ματιάζαμε
εσείς ματιάζατε
αυτοί / αυτές / αυτά μάτιαζαν
Αόριστος
εγώ μάτιασα
εσύ μάτιασες
αυτός / αυτή / αυτό μάτιασε
εμείς ματιάσαμε
εσείς ματιάσατε
αυτοί / αυτές / αυτά μάτιασαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ματιάσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ματιάσω
εσύ ματιάσεις
αυτός / αυτή / αυτό ματιάσει
εμείς ματιάσουμε
εσείς ματιάσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ματιάσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ μάτιαζε
εσείς ματιάζετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μάτιασε
εσείς ματιάστε
Απαρέμφατο αορίστου
ματιάσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ματιάζομαι
εσύ ματιάζεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ματιάζεται
εμείς ματιαζόμαστε
εσείς ματιάζεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ματιάζονται
Παρατατικός
εγώ ματιαζόμουν
εσύ ματιαζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ματιαζόταν
εμείς ματιαζόμασταν
εσείς ματιαζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ματιάζονταν
Αόριστος
εγώ ματιάστηκα
εσύ ματιάστηκες
αυτός / αυτή / αυτό ματιάστηκε
εμείς ματιαστήκαμε
εσείς ματιαστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ματιάστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ματιαστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ματιαστώ
εσύ ματιαστείς
αυτός / αυτή / αυτό ματιαστεί
εμείς ματιαστούμε
εσείς ματιαστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ματιαστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ματιάζεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ματιάσου
εσείς ματιαστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ματιαστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary