Conjugation of ματαιώνω
ma.teˈo.noη ενέργεια της ακύρωσης μιας συναλλαγής (transaction) σε μία βάση δεδομένων και η επαναφορά της στην πρότερη κατάσταση Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ματαιώνω |
| εσύ | ματαιώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ματαιώνει |
| εμείς | ματαιώνουμε |
| εσείς | ματαιώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ματαιώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | ματαίωνα |
| εσύ | ματαίωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ματαίωνε |
| εμείς | ματαιώναμε |
| εσείς | ματαιώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ματαίωναν |
Αόριστος
| εγώ | ματαίωσα |
| εσύ | ματαίωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ματαίωσε |
| εμείς | ματαιώσαμε |
| εσείς | ματαιώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ματαίωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ματαιώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ματαιώσω |
| εσύ | ματαιώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | ματαιώσει |
| εμείς | ματαιώσουμε |
| εσείς | ματαιώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ματαιώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | ματαίωνε |
| εσείς | ματαιώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ματαίωσε |
| εσείς | ματαιώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ματαιώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | ματαιώνομαι |
| εσύ | ματαιώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | ματαιώνεται |
| εμείς | ματαιωνόμαστε |
| εσείς | ματαιώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ματαιώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | ματαιωνόμουν |
| εσύ | ματαιωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | ματαιωνόταν |
| εμείς | ματαιωνόμασταν |
| εσείς | ματαιωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ματαιώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | ματαιώθηκα |
| εσύ | ματαιώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | ματαιώθηκε |
| εμείς | ματαιωθήκαμε |
| εσείς | ματαιωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ματαιώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα ματαιωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | ματαιωθώ |
| εσύ | ματαιωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | ματαιωθεί |
| εμείς | ματαιωθούμε |
| εσείς | ματαιωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | ματαιωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | ματαιώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | ματαιώσου |
| εσείς | ματαιωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | ματαιωθεί |