HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← ματαιώνω — definition

Conjugation of ματαιώνω

Regular CEFR B2
ma.teˈo.no

η ενέργεια της ακύρωσης μιας συναλλαγής (transaction) σε μία βάση δεδομένων και η επαναφορά της στην πρότερη κατάσταση Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ματαιώνω
εσύ ματαιώνεις
αυτός / αυτή / αυτό ματαιώνει
εμείς ματαιώνουμε
εσείς ματαιώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά ματαιώνουν
Παρατατικός
εγώ ματαίωνα
εσύ ματαίωνες
αυτός / αυτή / αυτό ματαίωνε
εμείς ματαιώναμε
εσείς ματαιώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά ματαίωναν
Αόριστος
εγώ ματαίωσα
εσύ ματαίωσες
αυτός / αυτή / αυτό ματαίωσε
εμείς ματαιώσαμε
εσείς ματαιώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά ματαίωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ματαιώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ματαιώσω
εσύ ματαιώσεις
αυτός / αυτή / αυτό ματαιώσει
εμείς ματαιώσουμε
εσείς ματαιώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά ματαιώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ ματαίωνε
εσείς ματαιώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ματαίωσε
εσείς ματαιώστε
Απαρέμφατο αορίστου
ματαιώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ ματαιώνομαι
εσύ ματαιώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό ματαιώνεται
εμείς ματαιωνόμαστε
εσείς ματαιώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά ματαιώνονται
Παρατατικός
εγώ ματαιωνόμουν
εσύ ματαιωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό ματαιωνόταν
εμείς ματαιωνόμασταν
εσείς ματαιωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά ματαιώνονταν
Αόριστος
εγώ ματαιώθηκα
εσύ ματαιώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό ματαιώθηκε
εμείς ματαιωθήκαμε
εσείς ματαιωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά ματαιώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα ματαιωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ ματαιωθώ
εσύ ματαιωθείς
αυτός / αυτή / αυτό ματαιωθεί
εμείς ματαιωθούμε
εσείς ματαιωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά ματαιωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς ματαιώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ ματαιώσου
εσείς ματαιωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
ματαιωθεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary