HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← μαστιγώνω — definition

Conjugation of μαστιγώνω

Regular CEFR B2
ma.stiˈɣo.no

τιμωρώ κάποιον χτυπώντας τον με το μαστίγιο, σε χώρες που έχουν την ποινή του μαστιγώματος, ή τον χτυπάω αυθαίρετα και παράνομα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μαστιγώνω
εσύ μαστιγώνεις
αυτός / αυτή / αυτό μαστιγώνει
εμείς μαστιγώνουμε
εσείς μαστιγώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά μαστιγώνουν
Παρατατικός
εγώ μαστίγωνα
εσύ μαστίγωνες
αυτός / αυτή / αυτό μαστίγωνε
εμείς μαστιγώναμε
εσείς μαστιγώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά μαστίγωναν
Αόριστος
εγώ μαστίγωσα
εσύ μαστίγωσες
αυτός / αυτή / αυτό μαστίγωσε
εμείς μαστιγώσαμε
εσείς μαστιγώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά μαστίγωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μαστιγώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μαστιγώσω
εσύ μαστιγώσεις
αυτός / αυτή / αυτό μαστιγώσει
εμείς μαστιγώσουμε
εσείς μαστιγώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά μαστιγώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ μαστίγωνε
εσείς μαστιγώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μαστίγωσε
εσείς μαστιγώστε
Απαρέμφατο αορίστου
μαστιγώσει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μαστιγώνομαι
εσύ μαστιγώνεσαι
αυτός / αυτή / αυτό μαστιγώνεται
εμείς μαστιγωνόμαστε
εσείς μαστιγώνεστε
αυτοί / αυτές / αυτά μαστιγώνονται
Παρατατικός
εγώ μαστιγωνόμουν
εσύ μαστιγωνόσουν
αυτός / αυτή / αυτό μαστιγωνόταν
εμείς μαστιγωνόμασταν
εσείς μαστιγωνόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά μαστιγώνονταν
Αόριστος
εγώ μαστιγώθηκα
εσύ μαστιγώθηκες
αυτός / αυτή / αυτό μαστιγώθηκε
εμείς μαστιγωθήκαμε
εσείς μαστιγωθήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά μαστιγώθηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μαστιγωθώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μαστιγωθώ
εσύ μαστιγωθείς
αυτός / αυτή / αυτό μαστιγωθεί
εμείς μαστιγωθούμε
εσείς μαστιγωθείτε
αυτοί / αυτές / αυτά μαστιγωθούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς μαστιγώνεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μαστιγώσου
εσείς μαστιγωθείτε
Απαρέμφατο αορίστου
μαστιγωθεί

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary