Conjugation of μαστιγώνω
ma.stiˈɣo.noτιμωρώ κάποιον χτυπώντας τον με το μαστίγιο, σε χώρες που έχουν την ποινή του μαστιγώματος, ή τον χτυπάω αυθαίρετα και παράνομα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μαστιγώνω |
| εσύ | μαστιγώνεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαστιγώνει |
| εμείς | μαστιγώνουμε |
| εσείς | μαστιγώνετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαστιγώνουν |
Παρατατικός
| εγώ | μαστίγωνα |
| εσύ | μαστίγωνες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαστίγωνε |
| εμείς | μαστιγώναμε |
| εσείς | μαστιγώνατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαστίγωναν |
Αόριστος
| εγώ | μαστίγωσα |
| εσύ | μαστίγωσες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαστίγωσε |
| εμείς | μαστιγώσαμε |
| εσείς | μαστιγώσατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαστίγωσαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μαστιγώσω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μαστιγώσω |
| εσύ | μαστιγώσεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαστιγώσει |
| εμείς | μαστιγώσουμε |
| εσείς | μαστιγώσετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαστιγώσουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | μαστίγωνε |
| εσείς | μαστιγώνετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μαστίγωσε |
| εσείς | μαστιγώστε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μαστιγώσει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μαστιγώνομαι |
| εσύ | μαστιγώνεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαστιγώνεται |
| εμείς | μαστιγωνόμαστε |
| εσείς | μαστιγώνεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαστιγώνονται |
Παρατατικός
| εγώ | μαστιγωνόμουν |
| εσύ | μαστιγωνόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαστιγωνόταν |
| εμείς | μαστιγωνόμασταν |
| εσείς | μαστιγωνόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαστιγώνονταν |
Αόριστος
| εγώ | μαστιγώθηκα |
| εσύ | μαστιγώθηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαστιγώθηκε |
| εμείς | μαστιγωθήκαμε |
| εσείς | μαστιγωθήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαστιγώθηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μαστιγωθώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μαστιγωθώ |
| εσύ | μαστιγωθείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαστιγωθεί |
| εμείς | μαστιγωθούμε |
| εσείς | μαστιγωθείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαστιγωθούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | μαστιγώνεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μαστιγώσου |
| εσείς | μαστιγωθείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μαστιγωθεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.