HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← μαρσάρω — definition

Conjugation of μαρσάρω

Regular CEFR B1
maɾˈsa.ɾo

πατάω το γκάζι οχήματος (συνήθως το ρήμα χρησιμοποιείται για τετράτροχα) χωρίς όμως να κινώ το όχημα Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μαρσάρω
εσύ μαρσάρεις
αυτός / αυτή / αυτό μαρσάρει
εμείς μαρσάρουμε
εσείς μαρσάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά μαρσάρουν
Παρατατικός
εγώ μαρσάριζα
εσύ μαρσάριζες
αυτός / αυτή / αυτό μαρσάριζε
εμείς μαρσάραμε
εσείς μαρσάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά μαρσάριζαν
Αόριστος
εγώ μαρσάρισα
εσύ μαρσάρισες
αυτός / αυτή / αυτό μαρσάρισε
εμείς μαρσάραμε
εσείς μαρσάρατε
αυτοί / αυτές / αυτά μαρσάρισαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μαρσάρω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μαρσάρω
εσύ μαρσάρεις
αυτός / αυτή / αυτό μαρσάρει
εμείς μαρσάρουμε
εσείς μαρσάρετε
αυτοί / αυτές / αυτά μαρσάρουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ μαρσάριζε
εσείς μαρσάρετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μαρσάρισε
εσείς μαρσάρετε
Απαρέμφατο αορίστου
μαρσάρει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μαρσάρομαι
εσύ μαρσάρεσαι
αυτός / αυτή / αυτό μαρσάρεται
εμείς μαρσαριζόμαστε
εσείς μαρσάρεστε
αυτοί / αυτές / αυτά μαρσάρονται
Παρατατικός
εγώ μαρσαριζόμουν
εσύ μαρσαριζόσουν
αυτός / αυτή / αυτό μαρσαριζόταν
εμείς μαρσαριζόμασταν
εσείς μαρσαριζόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά μαρσάρονταν
Αόριστος
εγώ μαρσαρίστηκα
εσύ μαρσαρίστηκες
αυτός / αυτή / αυτό μαρσαρίστηκε
εμείς μαρσαριστήκαμε
εσείς μαρσαριστήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά μαρσαρίστηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μαρσαριστώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μαρσαριστώ
εσύ μαρσαριστείς
αυτός / αυτή / αυτό μαρσαριστεί
εμείς μαρσαριστούμε
εσείς μαρσαριστείτε
αυτοί / αυτές / αυτά μαρσαριστούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς μαρσάρεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μαρσαρίσου
εσείς μαρσαριστείτε
Απαρέμφατο αορίστου
μαρσαριστεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary