HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← μαντεύω — definition

Conjugation of μαντεύω

Regular CEFR C1
manˈde.vo

βρίσκω την απάντηση σε ένα ερώτημα με τη διαίσθηση περισσότερο ή βασιζόμενος στην τύχη Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μαντεύω
εσύ μαντεύεις
αυτός / αυτή / αυτό μαντεύει
εμείς μαντεύουμε
εσείς μαντεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά μαντεύουν
Παρατατικός
εγώ μάντευα
εσύ μάντευες
αυτός / αυτή / αυτό μάντευε
εμείς μαντεύαμε
εσείς μαντεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά μάντευαν
Αόριστος
εγώ μάντεψα
εσύ μάντεψες
αυτός / αυτή / αυτό μάντεψε
εμείς μαντέψαμε
εσείς μαντέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά μάντεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μαντέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μαντέψω
εσύ μαντέψεις
αυτός / αυτή / αυτό μαντέψει
εμείς μαντέψουμε
εσείς μαντέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά μαντέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ μάντευε
εσείς μαντεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μάντεψε
εσείς μαντέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
μαντέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μαντεύομαι
εσύ μαντεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό μαντεύεται
εμείς μαντευόμαστε
εσείς μαντεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά μαντεύονται
Παρατατικός
εγώ μαντευόμουν
εσύ μαντευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό μαντευόταν
εμείς μαντευόμασταν
εσείς μαντευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά μαντεύονταν
Αόριστος
εγώ μαντεύτηκα
εσύ μαντεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό μαντεύτηκε
εμείς μαντευτήκαμε
εσείς μαντευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά μαντεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μαντευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μαντευτώ
εσύ μαντευτείς
αυτός / αυτή / αυτό μαντευτεί
εμείς μαντευτούμε
εσείς μαντευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά μαντευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς μαντεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μαντέψου
εσείς μαντευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
μαντευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary