HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← μαλακώνω — definition

Conjugation of μαλακώνω

Regular CEFR B2
ma.laˈko.no

γίνομαι λιγότερο έντονος, πιο ήπιος, πιο πράος Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μαλακώνω
εσύ μαλακώνεις
αυτός / αυτή / αυτό μαλακώνει
εμείς μαλακώνουμε
εσείς μαλακώνετε
αυτοί / αυτές / αυτά μαλακώνουν
Παρατατικός
εγώ μαλάκωνα
εσύ μαλάκωνες
αυτός / αυτή / αυτό μαλάκωνε
εμείς μαλακώναμε
εσείς μαλακώνατε
αυτοί / αυτές / αυτά μαλάκωναν
Αόριστος
εγώ μαλάκωσα
εσύ μαλάκωσες
αυτός / αυτή / αυτό μαλάκωσε
εμείς μαλακώσαμε
εσείς μαλακώσατε
αυτοί / αυτές / αυτά μαλάκωσαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μαλακώσω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μαλακώσω
εσύ μαλακώσεις
αυτός / αυτή / αυτό μαλακώσει
εμείς μαλακώσουμε
εσείς μαλακώσετε
αυτοί / αυτές / αυτά μαλακώσουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ μαλάκωνε
εσείς μαλακώνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μαλάκωσε
εσείς μαλακώστε
Απαρέμφατο αορίστου
μαλακώσει

Practice in context

Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary