HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← μαγεύω — definition

Conjugation of μαγεύω

Regular CEFR B1
maˈʝe.vo

κάνω μάγια σε κάποιον (για να τον βλάψω ή να τον θέσω υπό τον έλεγχό μου) Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μαγεύω
εσύ μαγεύεις
αυτός / αυτή / αυτό μαγεύει
εμείς μαγεύουμε
εσείς μαγεύετε
αυτοί / αυτές / αυτά μαγεύουν
Παρατατικός
εγώ μάγευα
εσύ μάγευες
αυτός / αυτή / αυτό μάγευε
εμείς μαγεύαμε
εσείς μαγεύατε
αυτοί / αυτές / αυτά μάγευαν
Αόριστος
εγώ μάγεψα
εσύ μάγεψες
αυτός / αυτή / αυτό μάγεψε
εμείς μαγέψαμε
εσείς μαγέψατε
αυτοί / αυτές / αυτά μάγεψαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μαγέψω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μαγέψω
εσύ μαγέψεις
αυτός / αυτή / αυτό μαγέψει
εμείς μαγέψουμε
εσείς μαγέψετε
αυτοί / αυτές / αυτά μαγέψουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ μάγευε
εσείς μαγεύετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μάγεψε
εσείς μαγέψτε
Απαρέμφατο αορίστου
μαγέψει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ μαγεύομαι
εσύ μαγεύεσαι
αυτός / αυτή / αυτό μαγεύεται
εμείς μαγευόμαστε
εσείς μαγεύεστε
αυτοί / αυτές / αυτά μαγεύονται
Παρατατικός
εγώ μαγευόμουν
εσύ μαγευόσουν
αυτός / αυτή / αυτό μαγευόταν
εμείς μαγευόμασταν
εσείς μαγευόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά μαγεύονταν
Αόριστος
εγώ μαγεύτηκα
εσύ μαγεύτηκες
αυτός / αυτή / αυτό μαγεύτηκε
εμείς μαγευτήκαμε
εσείς μαγευτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά μαγεύτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα μαγευτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ μαγευτώ
εσύ μαγευτείς
αυτός / αυτή / αυτό μαγευτεί
εμείς μαγευτούμε
εσείς μαγευτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά μαγευτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς μαγεύεστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ μαγέψου
εσείς μαγευτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
μαγευτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary