Conjugation of μαγειρεύω
ma.ʝiˈɾe.voπαραποιώ αποτελέσματα με τρόπο έντεχνο, ώστε να δείχνουν αυτό που θέλω ή να έρθουν πιο κοντά στο επιθυμητό αποτέλεσμα Ver definición completa →
Ενεργητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μαγειρεύω |
| εσύ | μαγειρεύεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαγειρεύει |
| εμείς | μαγειρεύουμε |
| εσείς | μαγειρεύετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαγειρεύουν |
Παρατατικός
| εγώ | μαγείρευα |
| εσύ | μαγείρευες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαγείρευε |
| εμείς | μαγειρεύαμε |
| εσείς | μαγειρεύατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαγείρευαν |
Αόριστος
| εγώ | μαγείρεψα |
| εσύ | μαγείρεψες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαγείρεψε |
| εμείς | μαγειρέψαμε |
| εσείς | μαγειρέψατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαγείρεψαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μαγειρέψω |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μαγειρέψω |
| εσύ | μαγειρέψεις |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαγειρέψει |
| εμείς | μαγειρέψουμε |
| εσείς | μαγειρέψετε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαγειρέψουν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσύ | μαγείρευε |
| εσείς | μαγειρεύετε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μαγείρεψε |
| εσείς | μαγειρέψτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μαγειρέψει |
Μεσοπαθητική φωνή
Ενεστώτας
| εγώ | μαγειρεύομαι |
| εσύ | μαγειρεύεσαι |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαγειρεύεται |
| εμείς | μαγειρευόμαστε |
| εσείς | μαγειρεύεστε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαγειρεύονται |
Παρατατικός
| εγώ | μαγειρευόμουν |
| εσύ | μαγειρευόσουν |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαγειρευόταν |
| εμείς | μαγειρευόμασταν |
| εσείς | μαγειρευόσασταν |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαγειρεύονταν |
Αόριστος
| εγώ | μαγειρεύτηκα |
| εσύ | μαγειρεύτηκες |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαγειρεύτηκε |
| εμείς | μαγειρευτήκαμε |
| εσείς | μαγειρευτήκατε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαγειρεύτηκαν |
Στιγμιαίος μέλλοντας
| εγώ | θα μαγειρευτώ |
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
| εγώ | μαγειρευτώ |
| εσύ | μαγειρευτείς |
| αυτός / αυτή / αυτό | μαγειρευτεί |
| εμείς | μαγειρευτούμε |
| εσείς | μαγειρευτείτε |
| αυτοί / αυτές / αυτά | μαγειρευτούν |
Προστακτική εξακολουθητική
| εσείς | μαγειρεύεστε |
Προστακτική στιγμιαία
| εσύ | μαγειρέψου |
| εσείς | μαγειρευτείτε |
Απαρέμφατο αορίστου
| — | μαγειρευτεί |
Practice in context
Fill in the verb in real sentences — correct answers count toward the table above.